Όσοι Μπλόγκερς επιθυμείτε να αναδημοσιεύσετε άρθρα από το RC-CAFE ,κάνετε το χωρίς να μας ρωτάτε.
Mοναδική παράκληση μας είναι να κάνετε μια αναφορά για την πηγή σας, εάν το επιθυμείτε, με ένα ενεργό link.

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Πόσο βρώμικα μιλούσε ο Σαίξπηρ;


Τι σήμαινε η λέξη «nothing» και πολλές ακόμα στα Ελισαβετιανά χρόνια;

Φυσικά σήμαινε «τίποτα» αλλά, στη σλανγκ της εποχής του Σαίξπηρ είχε και άλλη σημασία.

Όταν οι άνθρωποι των Ελισαβετιανών χρόνων αναφέρονταν στο «nothing» εννοούσαν τον γυναικείο κόλπο. Γιατί; Μα λόγω της ομοιότητας του αριθμού 0 που ταυτίζεται με το «τίποτα» με το σημείο αυτό της γυναικείας ανατομίας.

Την ίδια περίοδο χρησιμοποιούσαν επίσης τις λέξεις «thing» (μτφρ. πράγμα) για να αναφερθούν στο πέος, «merry» (μτφρ. ευχάριστος/ χαρούμενος) εννοώντας τη σεξουαλική διέγερση και τη φράση «country matters» (μτφρ. ζητήματα χώρας) όταν ήθελαν να αναφερθούν στα γυναικεία γεννητικά όργανα.

Κάτι που συχνά παραβλέπουν οι σύγχρονοι είναι πως τα έργα του Σαίξπηρ, του κορυφαίου Ελισαβετιανού δραματουργού, είναι γεμάτα σεξουαλικά υπονοούμενα και πικάντικα αστεία τα οποία κάνει χρησιμοποιώντας πολλές σλανγκ φράσεις και εκφράσεις σαν και αυτές.
Πηγή: queen.gr
sourta-ferta

Καθ' οδόν: Σε μυθικά «μυρωδάτα» ονόματα


«Ο θάνατος του Υάκινθου», έργο του Τiepolo Giovanni Battista (1696 - 1770)

Καθ' οδόν: Σε μυθικά «μυρωδάτα» ονόματαΗ πλούσια Ελληνική Μυθολογία δε θα μπορούσε βέβαια να μην περιλαμβάνει μύθους με αναφορές στα λουλούδια. Ηδη από τη Μυθολογία, εντοπίζουμε τη θεά των λουλουδιών, Χλώρις, που παντρεύτηκε τον ανοιξιάτικο άνεμο Ζέφυρο.

Δάφνη

Το όνομα Δάφνη είναι γνωστό από τη μυθολογία. Κατά το μύθο ο Απόλλωνας ερωτεύτηκε την κόρη του ποταμού Λάδωνα, τη Δάφνη, μια πανέμορφη αλλά ανεξάρτητη κοπέλα. Οταν ο θεός Απόλλωνας αποφάσισε να την κυνηγήσει για να της εκφράσει τον έρωτά του, εκείνη κατέφυγε στη θεά Γη, τη μητέρα της, η οποία τη μεταμόρφωσε σε ένα λυγερόκορμο δέντρο. Ο Απόλλωνας σκότωσε το δράκο Πύθωνα στις όχθες ενός ποταμού, πλύθηκε, έκοψε τα φύλλα της δάφνης, έφτιαξε με αυτά στεφάνι και φορώντας το πήγε νικητής στους Δελφούς. Από τότε η δάφνη αποτελεί σύμβολο κάθαρσης, νίκης, δόξας και τιμής. Εστεφαν με αυτή τους νικητές και τους ποιητές κι έλεγαν «έδρεψε δάφνας», «δαφνοστεφής» κλπ. Από τη Δάφνη (55 εμφανίσεις) που πλέον ταυτίζεται με το ομώνυμο φυτό, προέκυψαν τα Δάφνω (2 εμφανίσεις), Δαφνούλα (4 εμφανίσεις) σε δείγμα 42.148 γυναικείων ονομάτων. Εχουμε και το αρσενικό Δάφνις, με 1 εμφάνιση σε δείγμα 80.532 ανδρών.

Μυρτιά

Ο μύθος της μυρτιάς συνδέει την ελληνική Μυθολογία με τις αρχαίες ασιατικές παραδόσεις. Κόρη του βασιλιά της Ασσυρίας, Θεία, και της νύμφης Ωρείθυιαη Μύρρα ή Σμύρνα φιλονίκησε για κάποια άγνωστη αφορμή με τη θεά Αφροδίτη. Η Αφροδίτη, για να την εκδικηθεί, της προκάλεσε ένα ακατανίκητο ερωτικό πάθος για τον πατέρα της, τον Θεία. Μια μέρα η Μύρρα (ή Σμύρνα) μεταμφιέστηκε σε σκλάβα του παλατιού και παρέσυρε τον Θεία στο κρεβάτι και έμεινε έγκυος. Ο Θείας έμαθε την αλήθεια και τότε θέλησε να σφάξει την κόρη του. Αλλά η Μύρρα ζήτησε την επέμβαση των θεών... Κάποιος θεός τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε δέντρο, τη σμύρνα. Λίγο αργότερα το φυτό άνοιξε και από μέσα του βγήκε ο Αδωνις.
Από το αείφυλλο της μυρτιάς προέκυψαν τα ονόματα Μυρτώ (12 εμφανίσεις), Μυρτούλα (καμία εμφάνιση) και Μερσίνα, Μερσίνη (1 εμφάνιση), Μυρσίνη (51 εμφανίσεις), Μυρσινούλα, Αμερσούδα (1 εμφάνιση), Αμέρσα (1 εμφάνιση), Αμέρσω (καμία εμφάνιση), λεσβιακά ονόματα. Το «Η θεια μου η Αμερσούδα...» είναι ένα από τα γνωστότερα περιπαικτικά τραγούδια. Και από τον καρπό της μυρτιάς η Μύρτα (5 εμφανίσεις).

Υάκινθος - Ζουμπούλι

Τα Υάκινθος (από όπου προέρχεται το θηλυκό Υακίνθη) είναι όνομα μυθολογικών και ιστορικών προσώπων όπως και όνομα αγίων. Σήμερα σπανίως χρησιμοποιείται στο αρσενικό του, συχνότερο είναι στο θηλυκό. Εξαιτίας του μύθου δε θεωρείται τόσο «ανδρικό». Η Υακίνθη έχει τρεις εμφανίσεις στο δείγμα (η Υανθημία), ενώ ο Υάκινθος 1 εμφάνιση.

Ο Υάκινθος ήταν ένας όμορφος νέος από τη Σπάρτη. Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, η μούσα Κλειώ ειρωνεύτηκε τη θεά Αφροδίτη για τον έρωτά της με τον Αδωνη. Η θεά την καταράστηκε και την έκανε να γεννήσει τον Υάκινθο που έγινε ερωμένος του Θύμαρη, του πρώτου στο ανθρώπινο γένος εραστή αγοριών. Τον Υάκινθο ερωτεύτηκαν επίσης ο Απόλλωνας, θεός του ήλιου, και ο Ζέφυρος, θεός του ανέμου. Οι δύο θεοί συναγωνίζονταν ποιος θα κερδίσει την εύνοια του όμορφου νέου. Ο Ζέφυρος ζηλεύοντας επειδή ο νεαρός προτιμούσε την παρέα του Απόλλωνα τον εκδικήθηκε προκαλώντας το θάνατό του. Μια μέρα καθώς ο Απόλλωνας μάθαινε στον Υάκινθο δισκοβολία, ο Ζέφυρος φύσηξε πάνω στο δίσκο κατευθύνοντάς τον να χτυπήσει τον Υάκινθο. Από το αίμα του νέου ο Απόλλωνας έπλασε ένα λουλούδι τα φύλα του οποίου σχημάτιζαν το γράμμα Υ ή όπως έλεγαν οι αρχαίοι το επιφώνημα «ΑΙ» (δηλαδή αλίμονο).
Ο Υάκινθος έγινε ο ήρωας που αναγεννιέται μετά το θάνατό του, όπως ακριβώς και η φύση συνεχώς αναγεννιέται. Εγινε σύμβολο της βλάστησης και της γονιμότητας.

Ο υάκινθος του μύθου πιθανά δεν ήταν το γνωστό μας σήμερα λουλούδι, γατί το είδος δεν είναι ενδημικό της Ελλάδας.

Το λουλούδι υάκινθος ή αλλιώς ζουμπούλι είναι περιζήτητο για την κομψότητά του, το έντονο άρωμα, τα ποικίλα και ζωηρά χρώματα.

Μας έδωσε και τα ονόματα Ζουμπουλία ή Ζουμπουλιά (4 εμφανίσεις) και Ζουμπούλη (1 εμφάνιση), Ζουμπούλης (1 εμφάνιση) - από την ομορφιά και το άρωμα του λουλουδιού, και με ένα παρασιτικό «ρ» Ζερμπούλης (1 εμφάνιση).

Ροδιά

Στην ελληνική Μυθολογία η ροδιά κατέχει περίοπτη θέση και συμβολίζει τη γονιμότητα και την αφθονία.
«Τη Δάφνη πρωταγάπησε κάποτε ο Απόλλων, που από θυμό τον έσπρωξε ο Ερωτας σε εκείνη» (Οβίδιος). Απόλλων και Δάφνη (1623) έργο του Ιταλού γλύπτη και αρχιτέκτονα Τζαν Λορέντσο Μπερνίνι που αναπαριστά με μπαρόκ αισθητική το μύθο της Δάφνης

Το φρούτο ήταν αφιερωμένο στην Ηρα, η οποία παριστάνεται πάντα στα γλυπτά να κρατά μια ροδιά. Επίσης στην ελληνική Μυθολογία, όταν ο Πλούτωνας απήγαγε την Περσεφόνη μεταφέροντάς την στον Κάτω Κόσμο, της πρόσφερε ένα ρόδι από το οποίο αυτή έφαγε λίγα μόνο σπόρια Αυτό την καταδίκασε να περνά το μισό χρόνο του έτους με τον Πλούτωνα (χειμώνας) και τον άλλο μισό με τους ζωντανούς στον Επάνω Κόσμο (καλοκαίρι).

Τέλος, επειδή από τον ίδιο θεό του Κάτω Κόσμου, τον Πλούτωνα, ετυμολογείται και ο πλούτος, το φρούτο του, το ρόδι, είναι σύμβολο διττό: γονιμότητας, ευτυχίας αλλά και του Κάτω Κόσμου (γι' αυτό σήμερα κόλλυβα δε λογίζονται χωρίς ρόδι μέσα, που συμβολίζουν και το αίμα).

Στην ελληνική Μυθολογία συναντάμε και το όνομα Σίδη, που σημαίνει «ροδιά». Οι βουκολικοί ποιητές αναφέρουν μία Σίδη που αυτοκτόνησε στο μνήμα της μητέρας της επειδή ο πατέρας της την κακομεταχειριζόταν... Από το αίμα της οι θεοί έκαναν να φυτρώσει μία ροδιά, ενώ τον πατέρα της τον μεταμόρφωσαν σε αρπακτικό πουλί - τα αρπακτικά πτηνά ποτέ δεν πλησιάζουν τη ροδιά.

Από τη μεγαλοπρέπεια των καρπών της και τα πολλά σπυριά που κλείνει μέσα του το ρόδι, σήμερα είναι το σύμβολο της ευμάρειας και της ευγονίας. Αυτές τις ιδιότητες εκφράζουν τα ονόματα Ρόδη (6 εμφανίσεις), Ροδούλα (5 εμφανίσεις), Ροδίτσα, Ροδιά, Ρόιδω, Ρόιδη, Ροδιανή (από 1 εμφάνιση), Ρόδω (3 εμφανίσεις), Ρουδάμα (2 εμφανίσεις).

Το Ρόδη είναι αρχαίο όνομα. Ετσι έλεγαν μια από τις κοπέλες που χάρηκε ο Ποσειδώνας και η οποία έδωσε το όνομά της στο νησί Ρόδος.
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
sourta-ferta

Βότκα σε σωλήνα .

Space Vodka   awesome 2
Space Vodka   awesome 2
Space Vodka   awesome 2
Space Vodka   awesome 2

Οδηγός προπόνησης με στόχο την απώλεια λίπους


Πως θα καταφέρω να μειώσω το ποσοστό λίπους χωρίς να χάσω μύες; Ποια τα πλεονεκτήματα της “εύκολης’’ προπόνησης; Πότε βοηθά στην απώλεια λίπους η προπόνηση με βάρη;

Όταν αναφερόμαστε στο ποσοστό λίπους το μυαλό πάει αυτόματα στη ποιότητα και στη ποσότητα των τροφών που θα καταναλώσουμε. Η αλήθεια είναι ότι η πολυπόθητη ‘’γράμμωση’’ εξαρτάται κυρίως από το τραπέζι του φαγητού και πολύ λιγότερο από οποιοδήποτε άλλο παράγοντα. Ωστόσο, μέσα από τα χαρακτηριστικά της προπόνησης που θα επιλέξουμε μπορούμε να δώσουμε ένα επιπλέον κίνητρο, διαμορφώνοντας μερικά από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της δραστηριότητας.

Το κύριο καύσιμο του οργανισμού είναι οι υδατάνθρακες. Τα λίπη είναι η πιο συμπυκνωμένη μορφή ενέργειας, η οποία επιστρατεύεται όταν οι ανάγκες το απαιτούν, αποδίδοντας κατά την καύση 9 θερμίδες/gr. Αποτελούν μια ατέλειωτη δεξαμενή ενέργειας στο σώμα, το οποίο, μπορεί θεωρητικά να τροφοδοτήσει για μέρες προσπάθειες που χαρακτηρίζονται από χαμηλή έως μέτρια ένταση.

Για να μετατραπούν τα αποθηκευμένα λίπη σε ενέργεια χρειάζεται αρκετός χρόνος γιατί πρέπει πρώτα να διασπαστούν από τον οργανισμό και μετά να μεταφερθούν προς τα μιτοχόνδρια των μυϊκών κυττάρων. Επειδή η διαδικασία αυτή χρειάζεται μεγάλες ποσότητες οξυγόνου θα πρέπει η ένταση της άσκησης να πέφτει αρκετά έτσι ώστε να λειτουργεί επαρκώς το αερόβιο σύστημα. Τα λίπη που προσλαμβάνονται με την τροφή χρειάζονται 5-6 ώρες για να μετατραπούν σε ενέργεια, γι αυτό και δεν συνιστώνται ως γεύμα πριν από τη προπόνηση

Η δραστηριότητα που θα επιστρατεύσει μόνο λίπος ως καύσιμο του οργανισμού δεν υφίσταται. Ωστόσο, υπάρχουν χαρακτηριστικά της άσκησης που ενεργοποιούν το μηχανισμό καύσης λίπους σε μεγαλύτερο βαθμό. Τα δέκα ειδικά χαρακτηριστικά είναι:

1. Ήπια ένταση

Ο ανθρώπινος μεταβολισμός επιστρατεύει το αντίστοιχο ενεργειακό μονοπάτι βάση συνθηκών. Το λίπος δεν χρησιμοποιείται ως καύσιμο σε για άμεση εξυπηρέτηση του οργανισμού, το ρόλο αυτό τον έχει η τριφωσφορική αδενοσίνη (ATP). Η επιστράτευση των λιπαρών ξεκινά όταν η δραστηριότητα παίρνει αερόβια χαρακτηριστικά. Εκεί ξεκινά η καύση μίγματος υδατανθράκων και λιπών. Όσο μεγαλύτερη είναι η ένταση επικρατεί η καύση υδατάνθρακα ενώ όσο πιο ήπια λιπαρών.

2. Αυξημένη διάρκεια προπόνησης

Όπως έχει αναφερθεί το λίπος δεν προσφέρεται για άμεση ενεργειακή εξυπηρέτηση του οργανισμού. Η χρησιμότατα του λίπους αυξάνεται όσο περνά ο χρόνος. Όταν η δραστηριότητα πάρει μεγάλες χρονικές διαστάσεις η πλάστιγγα μεταξύ υδατάνθρακα και λίπους γέρνει προς τη πλευρά του δεύτερου, ανεξάρτητα από την ένταση της προσπάθειας.

3. Συνδυασμός αερόβιας και αναερόβιας δραστηριότητας

Έχει βρεθεί ότι ο συνδυασμός αερόβιας και αναερόβιας δραστηριότητας είναι το ο πλέον αποδοτικός, όσο αφορά την κατανάλωση ενέργειας. Σε καμία περίπτωση το μεικτό αυτό σύστημα δεν αξιοποιεί ενέργεια μόνο από λιπαρά, ωστόσο, καίει μεγάλες ποσότητες και από αυτή τη κατηγορία αφού οι ανάγκες είναι τεράστιες.

4. 60%-75% της M.K.Σ

Ένας εύκολος τρόπος έλεγχου της έντασης στη προπόνηση γίνεται με τη μέτρηση των καρδιακών σφυγμών. Έχει βρεθεί ότι στο 60% με 75% της μεγίστης καρδιακής συχνότητας ο οργανισμός αξιοποιεί την ενέργεια των λιπαρών στο μέγιστο βαθμό. Ο έλεγχος των σφυγμών μπορεί να γίνει με βοήθεια καρδιοσυχνόμετρου το οποίο δεν απαιτεί τη διακοπή της προσπάθειας.

5. Διαλειμματική προπόνηση

Η διαλειμματική προπόνηση αποτελεί μια ιδιαίτερα αποδοτική μορφή δραστηριότητας. Ο ασκούμενος εναλλάσσει το ρυθμό της αερόβιας δραστηριότητας καταναλώνοντας άφθονη ενέργεια. Και σε αυτή τη μορφή προπόνησης αξιοποιούνται όλα τα ενεργειακά μονοπάτια με μεγάλη συμμετοχή του λίπους στο μηχανισμό μεταβολισμού.

6. Αθλοπαιδιές

Οι παιγνιώδεις δραστηριότητες έχουν όλα τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για τη καύση λίπους. Έχουμε ήπια ένταση, μακρά διάρκεια και εναλλαγή μεταξύ αερόβιας αναερόβιας δραστηριότητας. Αξίζει να σημειωθεί ότι, όταν μιλάμε για αθλοπαιδιές εννοούμε μόνο ψυχαγωγικές αθλητικές δραστηριότητες και όχι παιχνίδια υψηλής έντασης.

7. Ενεργοποίηση περισσότερων μυϊκών ομάδων

Οι πολυμυικές δραστηριότητες ενεργοποιούν στο μέγιστο τη μεταβολική λειτουργιά, αφού απαιτούν πολύ περισσότερη ενέργεια. Επιλέγουμε σύνθετες προσπάθειες οι οποίες αξιοποιούν όσο δυνατόν περισσότερους μύες.

8. Συχνή ανανέωση του προπονητικού προγράμματος

Η εναλλαγή των ασκήσεων οδηγεί στην αύξηση της ενεργειακής δαπάνης. Ο οργανισμός προσαρμόζεται γρήγορα στα προγράμματα γυμναστικής και αυτό οδηγεί σε μικρότερη κατανάλωση ενέργειας. Δίνοντας συχνά νέο κίνητρο αυξάνουμε τη μεταβολική λειτουργία με αποτέλεσμα να καίμε πολύ περισσότερο.

9. Αερόβια δραστηριότητα μετά από τα βάρη

Τα βάρη απαιτούν πάρα πολύ ενέργεια η οποία επιστρατεύεται από τις αντίστοιχες ενεργειακές πήγες. Εάν αμέσως μετά ακολουθήσει ήπια αερόβια δραστηριότητα ο οργανισμός είναι έτοιμος να προσφέρει στη κατανάλωση τις μεγάλες ενεργειακές αποθήκες λίπους που διαθέτει.

10. Προπονητική "πυκνότητα"

Τα συχνά διαλείμματα δεν βοηθούν στη μεγιστοποίηση της καύσης των λιπαρών. Ο μηχανισμός καύσης λίπους απαιτεί μακρά διάρκεια και χαμηλή ένταση. Ο εντατικός ρυθμός που συνοδεύεται από συχνά διάστημα ξεκούρασης οδηγεί σε αξιοποίηση ''εναλλακτικών'' μορφών ενέργειας.
ΠΗΓΗ: MEN24.GR
sourta-ferta

Επεζησε άραγε ?

Extreme OMG!   awesome 2
Extreme OMG!   awesome 2
Extreme OMG!   awesome 2

Ti σημαίνει για μας το ονοματεπώνυμό μας...

1 ..Τι δείχνει για μας το ονοματεπώνυμό μας...






Τίποτα δεν είναι τυχαίο στη ζωή, ακόμα και το ονοματεπώνυμό μας επηρεάζει την προσωπικότητά μας, τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που αντιδρούμε και που προβάλουμε τον εαυτό μας. Η πανάρχαια τέχνη της αριθμολογίας, μας αποκαλύπτει τι σημαίνει το ονοματεπώνυμό μας και πώς επηρεάζει τη ζωή μας. Σύμφωνα με την Πυθαγόρεια αρίθμηση, κάθε γράμμα αντιστοιχεί σε έναν αριθμό. Το ονοματεπώνυμό μας μπορεί να μεταφραστεί σε έναν λεξάριθμο, προσθέτοντας τους αριθμούς που προκύπτουν από κάθε γράμμα που εμπεριέχει. Το Oroskopos.gr σου δίνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να βρεις εύκολα και γρήγορα τον λεξάριθμο του ονοματεπώνυμού σου και να διαβάσεις τί σημαίνει!

Πώς θα βρεις τον λεξάριθμο του ονοματεπώνυμου σου

Πάρε χαρτί και μολύβι και γράψε το βαπτιστικό σου όνομα και το επώνυμό σου. Στη συνέχεια γράψε κάτω από κάθε γράμμα του ονοματεπώνυμου σου τον αριθμό που του αντιστοιχεί. Για να δεις ποιος αριθμός αντιστοιχεί σε κάθε γράμμα δες την παρακάτω ακολουθία:

Πως δημιουργήθηκαν οι γραβάτες ?

Όσο κι αν μας φαίνεται περίεργο η γραβάτες ξεκίνησαν από την αρχαία Ελλάδα! Εντάξει, βέβαια δεν ήταν στην μορφή που τις ξέρουμε τώρα.

Δεν υπήρχε περίπτωση να βλέπαμε δηλαδή κάποιον αρχαίο να κυκλοφορεί με μία βελούδινη γραβάτα που να έχει πάνω τον Μίκυ Μάους!

Ας μπούμε όμως στο θέμα...

Για να ακριβολογούμε, δύο πιθανές εκδοχές υπάρχουν για τηνπροέλευση της γραβάτας.

1η θεωρία

προέλευση γραβάταςΚατά την πρώτη που ήδη αναφέραμε όλα ξεκίνησαν στην Αρχαία Ελλάδα, την εποχή που βασίλευε η ρητορική (ξέρετε Λυσίας, Δημοσθένης κτλ).

Οι ρήτορες εκφωνούσαν λόγους προσπαθόντας να πείσουν ένα δικαστήριο ή ακόμα και τον απλό κοσμάκι, στην εκκλησία του δήμου.

Προκειμένου να καταφέρουν να κρατάνε την φωνή τους δυνατή, εφήυραν τον πρόγονο της γραβατας: ένα μάλλινο κολλάρο που θα διατηρούσε ζεστό το λαιμό του ρήτορα με αποτέλεσμα να θερμαίνονται οι φωνητικές του χορδές και να τον βοηθάνε στην ομιλία του!

Αυτό υιοθετήθηκε μετέπειτα και στην Ρώμη.

2η θεωρία

γραβάτες ΜεσσαίωναςΜία πιo παρατραβηγμένη θεωρία (ναι ακόμα πιο παρατραβηγμένη από την πάνω), λέει πως οιγραβάτες δημιουργήθηκαν τον Μεσαίωνα.

Είχαν περίπου την ίδια μορφή που έχουν σήμερα, με την διαφορά ότι ήταν μεταλλικές και τις φορούσαν οι ιππότες στις μάχες για να καλύπτουν τον λαιμό τους, βέβαια, όχι ακριβώς με τη μορφή τη σημερινή.

Αξίζει να σημειωθεί πως και για τις δύο θεωριες υπάρχουν σοβαρά στοιχεία ωστόσο δεν έχει ξεκαθαριστεί ποιά από τις δύο ισχύει
http://coolweb.gr/

Tα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής!!!


Δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι "τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής" κι έχουν ταυτίσει τα μάτια με την ειλικρίνεια και την εμφάνιση των πραγματικών μας σκέψεων και διαθέσεων.
Στα μάτια φαίνεται η χαρά μας. Στα μάτια η πίκρα και ο πόνος. Στα μάτια η καλοσύνη. Στα μάτια η κακία. Στα μάτια το μίσος. Στα μάτια η αγάπη. Στα μάτια ο έρωτας. Στα μάτια ακόμη και η υγεία μας .

Είναι τυχαίο λέτε, ότι όταν είμαστε χαρούμενοι τα μάτια μας λάμπουν ;

Όχι, δεν είναι.

Είναι τυχαίο, ότι όταν είμαστε πληγωμένοι και πικραμένοι να υγραίνονται;
Όχι, δεν είναι.
Τα μάτια μας δείχνουν πάντα, ότι πραγματικά σκεφτόμαστε. Ότι αισθανόμαστε.

Φανερώνουν την αλήθεια μας και την πραγματική μας σκέψη και διάθεση.

Δεν γίνεται να υποκριθούν…

Τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής.

Ακόμη και την ώρα που κάνεις έρωτα με τον-ην σύντροφο σου, ακόμη και αυτή την στιγμή κοιτάς τον άλλον κατάματα, προσπαθείς να βρεις εκεί μέσα τον πόθο που έχει για σένα εκείνη την στιγμή.
Όταν γνωρίζουμε κάποιον για πρώτη φορά, στα μάτια δεν προσπαθούμε να εξερευνήσουμε τον εσωτερικό του κόσμο; Εκεί δεν ψάχνουμε να βρούμε τα πάντα για αυτόν; Αυτά δεν είναι που κοιτάς και ερωτεύεσαι; Αυτά δεν είναι που όταν σου λείπει ο άνθρωπος σου, έρχονται στο μυαλό σου!

Μπορούν να μας δείξουν τα πάντα, φτάνει βέβαια να ξέρεις να κοιτάξεις μέσα τους!

Πως γίνετε αυτό;

Είναι πολύ απλό.

Τον-ην κοιτάζεις κατάματα και προσπαθείς να διεισδύσεις στην καρδιά και στο μυαλό του ανθρώπου που έχεις απέναντι σου. Από το δρόμο των ματιών προς την ψυχή και το μυαλό θα δεις στοιχεία  που κανένα άλλο μέρος του σώματος δεν μπορεί να «προδώσει».

Μάτια μεγάλα, μάτια μικρά, μάτια παράξενα, όλα έχουν την δική τους ομορφιά και όλα είναι ο καθρέφτης του μυαλού και των συναισθημάτων μας !


Διαβάστε περισσότερα http://ektiesthisi.blogspot.com/2010/10/t.html#ixzz1JsLj1Y93

Μπορείτε να ξεχωρίσετε ένα φθηνό κρασί απο ένα ακριβό με κλειστά μάτια ?

Μπορείτε να ξεχωρίσετε ένα ακριβό από ένα φτηνό κρασί με κλειστά τα μάτια;
« Πολλοί ξεγελούν τον εαυτό τους όταν ισχυρίζονται πως τα ακριβά κρασιά έχουν καλύτερη γεύση από αυτά που κοστίζουν λιγότερο» λέει ο ψυχολόγος Richard Wiseman, και συνεχίζει προσθέτοντας «Οι περισσότεροι δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά, αλλά όταν γνωρίζουν το κόστος πιστεύουν πως μπορούν να καταλάβουν τη διαφορά χωρίς όμως να το καταφέρνουν.»

Αυτούς τους ισχυρισμούς απέδειξε και η έρευνα που έκανε ο Richard Wiseman κατά την οποία 578 άτομα δοκίμασαν μια ποικιλία από λευκά και ερυθρά κρασιά που είχαν μεγάλη διαφορά κόστους.

Όταν τα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα κλήθηκαν να σχολιάσουν τη γεύση των κρασιών και να υποθέσουν το κόστος τους, απεδείχθη όχι μόνο ότι λίγοι ήταν αυτοί που είχαν προβλέψει σωστά αλλά και ότι οι σωστές απαντήσεις ήταν τυχαίες, με τους συμμετέχοντες να απαντούν στη…τύχη.

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η διαφορά τιμής των προς δοκιμή κρασιών ήταν αρκετά μεγάλη με τα πιο ακριβά να έχουν διπλάσια ή τριπλάσια τιμή από τα πιο φτηνά.

http://molemou1.blogspot.com/2011/04/blog-post_1718.html

Το Πάσχα όλου του κόσμου,


Έθιμα από άλλες χώρες,

Το Πάσχα δεν είναι καθαρά ελληνική υπόθεση και σε κάποιες χώρες τα βαμμένα κόκκινα αυγά, τα τσουρέκια και οι λαμπάδες δεν είναι must για τις παραδόσεις τους, διαβάστε μερικά παράξενα έθιμα και αντιλήψεις από όλο τον κόσμο αποκλειστικά για τη νεκρανάσταση του Θεανθρώπου που προκαλούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.


1. Οι… φτερωτές καμπάνες στη Γαλλία, την Ολλανδία και το Βέλγιο

Στις χώρες αυτές υπάρχει ο μύθος ότι οι καμπάνες των εκκλησιών ταξιδεύουν για λίγες ημέρες στη Ρώμη και επιστρέφουν το πρωί του Πάσχα, ενώ υποτίθεται ότι φέρνουν μαζί τους πεσκέσια και συγκεκριμένα, χρωματιστά αυγά και σοκολατένια λαγουδάκια.

Καμπάνες και Άγιος Βασίλης σημειώσατε Χ, λοιπόν.

Αυτή η παράδοση πιθανώς ξεκίνησε εξαιτίας του γεγονότος ότι όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα κανένας αχός καμπάνας δεν ακούγεται ως ένδειξη πένθους για τον Ιησού Χριστό.


2. Γλυκό ή πείραγμα στη Σουηδία




Μικρά παιδιά ντυμένα σαν μικρούς μάγους ή μάγισσες μας φέρνουν στο μυαλό το Halloween, εντούτοις αν βρεθείτε αυτές τις ημέρες στη Σουηδία μην παραξενευτείτε αν ακούσετε τη φράση «γλυκό ή πείραγμα». Το Πάσχα για τους Σουηδούς συνήθως πέφτει παράλληλα με τη νύχτας Walpurgis, την 30η Απριλίου. Η νύχτα Walpurgis εορτάζεται με το άναμμα δαυλών, ώστε να διώξουν μακριά διαβολικά πνεύματα και μάγισσες.


Πιο αναλυτικά, την Πέμπτη που προηγείται της νύχτας Walpurgis, τα μικρά κορίτσια γίνονται μαγισσούλες, βάφουν το πρόσωπό τους και στη συνέχεια πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι για να μαζέψουν γλυκά. Και επειδή το έθιμο αυτό λαμβάνει χώρα το Πάσχα, παράλληλα με τα κακά πνεύματα διώχνουν και τον Ιούδα, ενώ το μενού της ημέρας περιλαμβάνει το γεύμα gravlax, δηλαδή νωπό σολομό, μαριναρισμένο με αλάτι, ζάχαρη και φρέσκο ​​άνηθο.


3. Ξύλο στις γυναίκες με καμουτσίκι




Μπορεί οι ημέρες του Πάσχα να είναι ημέρες κατάνυξης και κάθαρσης, όμως, στην Τσεχία, την Ουγγαρία και τη Σλοβακία, η παράδοση θέλει τους άντρες να χτυπούν τις γυναίκες ή τις φιλενάδες τους τη Μεγάλη Δευτέρα με ένα χειροποίητο καμουτσίκι, φτιαγμένο από ιτιά και διακοσμημένο με μια χρωματιστή κορδέλα στην άκρη του. Για ποιο λόγο τις χτυπάνε; Σύμφωνα με το μύθο το χτύπημα είναι συμβολικό και δεν το κάνουν επειδή το ξύλο… βγήκε από τον Παράδεισο, αλλά για καλή τύχη και για να διατηρήσουν οι γυναίκες τους την υγεία και την ομορφιά τους τον επόμενο χρόνο. Βέβαια και οι γυναίκες παίρνουν πίσω ένα μέρος εκδίκησης, αφού τους «λούζουν» κανονικότατα με κουβάδες κρύου νερού! Άλλωστε, είναι γνωστό ότι το κρύο νερό κάνει καλό στην επιδερμίδα. Και αυτές για την ομορφιά των αντρών τους νοιάζονται, βρε...


4. «Ω έλατο…» στη Γερμανία



Γιατί να στολίζουμε δέντρο μόνο τα Χριστούγεννα; Θέλουμε και Το Πάσχα! Αυτό πρέπει να είχε στο μυαλό της και η οικογένεια Kraft από το Saalfeld της Γερμανίας, η οποία από το 1965 άρχισε να στολίζει με πλαστικά αυγά ένα δέντρο στην αυλή του σπιτιού της. Η παράδοση αυτή που απέκτησε και άλλους οπαδούς είναι το γεγονός της χρονιάς για όλη την πόλη, ενώ τα πλαστικά αυγά αντικαταστήθηκαν από αληθινά και μάλιστα διακοσμημένα με πανέμορφα σχέδια, ενώ η οικογένεια διατηρεί προσωπική ιστοσελίδα στο internet για το λόγο αυτό (eierbaum-saalfeld.de).


5. Οβελίας «βουτυρωτός» αντί σουβλιστός στην Πολωνία!





Ένας Πολωνός σεφ, ο Baranek Wielkanocny, αποφάσισε να δώσει άλλη γεύση στο αρνάκι γάλακτος και να δώσει κυριολεκτική σημασία στην έννοια «γάλα». Έτσι, δημιούργησε ειδικά για το πασχαλινό γεύμα ένα αρνί φτιαγμένο αποκλειστικά από βούτυρο, το οποίο είναι προς κατανάλωση. Στην Πολωνία, επίσης, για να φαγωθεί το αρνί (κλασικό ή βουτύρου) πρέπει να ευλογηθεί από έναν ιερέα, ενώ πάντα ξεκινούν να το τρώνε από την ουρά μέχρι τέλος, να φτάσουν στο κεφάλι. Για όσους θέλουν έναν «εναλλακτικό» οβελία, εδώ μπορούν να βρουν την καταλληλότερη συνταγή capnrons.com


6. Ο χορός του θανάτου στην Ισπανία


Στην Verges της Ισπανίας, τη Μεγάλη Πέμπτη γίνεται ο παραδοσιακός "χορός του θανάτου" που περιλαμβάνει παρέλαση στους δρόμους της μεσαιωνικής πόλης. Όλοι όσοι παίρνουν μέρος είναι ντυμένοι με στολές και η διαδικασία τελειώνει με ανθρώπους ντυμένους σκελετούς που κουβαλούν κουτιά με στάχτες. Ο τρομακτικός χορός ξεκινάει τα μεσάνυχτα και συνεχίζεται για τρεις ώρες.


7. Ομελέτα «γκίνες» στη Γαλλία




Περισσότερα από 4.500 αυγά χρησιμοποιούνται το Πάσχα για να φτιαχτεί μια τεράστια ομελέτα στους δρόμους της πόλης Haux στην Γαλλία. Το γεύμα αναμένεται να ταΐσει πάνω από 1.000 άτομα και «τηγανίζεται» στην κεντρική πλατεία του Haux την ώρα του μεσημεριανού. Στα ύψη η χοληστερίνη για τους Γάλλους!


8. Πασχαλιάτικες πηγές στην Ελβετία

Στην Ελβετία, τα χωριά μετατρέπουν τις πηγές σε πασχαλινές κρήνες, χρησιμοποιώντας χαρτί, λουλούδια και βαμμένα αυγά για τη διακόσμησή τους. Το έθιμο αυτό σύμφωνα με την παράδοση γίνεται για να τιμήσουν το σύμβολο του νερού και την ιδιαίτερη σημασία του στις ξηρές περιοχές των Άλπεων.


9. Bilby το λαγουδάκι για τους Αυστραλούς

Το πασχαλινό λαγουδάκι είναι ένα παγκόσμιο σύμβολο του Πάσχα, προερχόμενο από την Αμερική. Το βλέπουμε παντού σε όλα τα μαγαζιά και σε όλες τις βιτρίνες. Στην Αυστραλία, όμως, προτιμούν το τοπικό μαρσιποφόρο, το Bilby και όχι το σοκολατένιο.


10. Φιλιά με πορτοκάλια και όχι γκι στην Αγγλία

Στο φεστιβάλ Hocktide στο Hungerford της Μ. Βρετανίας, η αστυνομία καλεί όλους τους άντρες στο δημαρχείο της πόλης. Εκεί, δυο τυχεροί εκλέγονται και παρελαύνουν στους δρόμους της πόλης, δίνοντας πορτοκάλια στις γυναίκες με αντάλλαγμα ένα φιλί. Τα φιλιά κάτω από το γκι τα Χριστούγεννα στην αλλαγή του χρόνου, φαίνεται δεν ήταν αρκετό για τους Άγγλους…


11.Ψάρι «χωματιστό» στην Αίγυπτο

Και μπορεί τη Μεγάλη Εβδομάδα να κάνουμε αυστηρή νηστεία, εντούτοις στην Αίγυπτο τη Μεγάλη Δευτέρα, συνηθίζεται να τρώνε ψάρι, το οποίο μάλιστα προηγουμένως ήταν θαμμένο στο χώμα, μια παράδοση που χρονολογείται από το 2.700 π.Χ..


12. Το κάψιμο του Ιούδα δεν είναι μόνο ελληνικό έθιμο

Και όμως, δεν καίμε μόνο εμείς τον Ιούδα, αλλά και πολλές άλλες ορθόδοξες ή καθολικές κοινωνίες, όπως στην Ισπανία, την Πορτογαλία και το Μεξικό. Το ομοίωμα του κρεμασμένου Ιούδα καίγεται, αφού περάσει από δίκη λίγες ημέρες πριν το Πάσχα. Ο Ιούδας μπορεί επίσης, να έχει τη μορφή ενός πολιτικού προσώπου και πολλές φορές κατά την καύση του να ακολουθούν πυροτεχνήματα.


Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο παρελθόν υπήρξαν κάποιες συζητήσεις για την πολιτική ορθότητα αυτής της πράξης με μερικούς ανθρώπους θεωρούν το έθιμο αυτό αντισημιτικό. Οι αντιδράσεις αυτές οφείλονταν στο γεγονός ότι στη Λατινική Αμερική το έθιμο αυτό ονομάζεται "το κάψιμο του Εβραίου " και όχι του Ιούδα. Ωστόσο, η Ορθόδοξη Εκκλησία υπερασπίστηκε την παράδοση αυτή και δεν έλαβε κανένα μέτρο στον περιορισμό ή την απαγόρευσή της.


13. Η αυτοσταύρωση στις Φιλιππίνες

Στις Φιλιππίνες αρκετοί ευσεβείς Καθολικοί δοκιμάζουν την αυτοσταύρωση, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά το πόσο υπέφερε ο Ιησούς. Η ιδέα πίσω από αυτή τη νοσογόνο τελετουργία είναι η κάθαρση και άφεση αμαρτιών. Η ρωμαϊκή Καθολική Εκκλησία προσπαθεί επανειλημμένως να αποθαρρύνει τους οπαδούς αυτής της πρακτικής, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία.

Μάλιστα, πιστεύεται ότι η αυτοσταύρωση είναι μόνο μία από τις παραδόσεις των αρχαίων θρησκειών των Φιλιππίνων που διατηρήθηκαν στο χρόνο, όπως και το αυτοσμαστίγωμα.


Άλλες θεωρίες υποστηρίζουν ότι η πρακτική αυτή ξεκίνησε λόγω μιας εσφαλμένης ερμηνείας στην προς Ρωμαίους επιστολή του Παύλου στο σημείο 8:13, όπου γράφει: «εἰ γὰρ κατὰ σάρκα ζῆτε, μέλλετε ἀποθνήσκειν· εἰ δὲ Πνεύματι τὰς πράξεις τοῦ σώματος θανατοῦτε, ζήσεσθε. (Απόδοση)Διότι, εάν ζήτε κατά τας επιθυμίας της σαρκός, μέλλετε να αποθάνετε τον αιώνιον θάνατον. Εάν όμως, με τας πνευματικάς δυνάμεις που χαρίζει το Πνεύμα, αποστρέφεσθε και νεκρώνετε τας κακάς πράξεις του σώματος, θα ζήσετε αιωνίως πλησίον του Θεού. Πολλοί άνθρωποι το ερμηνεύουν ως: «Απονεκρώνω/ Ταπεινώνω τις πράξεις της σάρκας» ως μια ενθάρρυνση να προκληθεί πόνος στο σώμα κάποιου, ώστε να εξαγνίσει με αυτόν τον τρόπο την ψυχή του.

Θεραπεία της τύφλωσης από τα ...φύκη,

Ενα γονίδιο των φυκών μπορεί να βοηθήσει στη θεραπεία σοβαρών παθήσεων των οφθαλμών όπως η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας

Αποκατάσταση της όρασης σε τυφλά άτομα μπορούν μελλοντικά να προσφέρουν τα …φύκη. Αυτό αναφέρουν νευροεπιστήμονες από το Ινστιτούτο Γενετικής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες οι οποίοι ανέπτυξαν μια τεχνική που βασίζεται σε ένα γονίδιο των φυκών. Η «παράδοξη» αυτή γονιδιακή θεραπεία έχει ήδη προσφέρει αποκατάσταση της όρασης σε τυφλά ποντίκια και οι ειδικοί εκτιμούν ότι κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους θα μπορούσαν να ξεκινήσουν σε διάστημα μικρότερο των δύο ετών.

Όπως εξηγεί ο επικεφαλής της μελέτης δρ Αλαν Χόρσαγκερ «εισάγουμε ένα γονίδιο το οποίο κωδικοποιεί για την παραγωγή μιας φωτοευαίσθητης πρωτεΐνης και οδηγούμε το γονίδιο στο να εκφραστεί σε μια ομάδα κυττάρων του αμφιβληστροειδούς».

Εκατομμύρια άτομα με τύφλωση

Σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο περί τα 15 εκατομμύρια άτομα εμφανίζουν κάποια μορφή τύφλωσης, όπως η μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια ή η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας. Στα άτομα με τέτοιου είδους προβλήματα οι φωτοϋποδοχείς των ματιών που μετατρέπουν το φως σε ηλεκτρικούς παλμούς, καταστρέφονται. Ετσι ο εγκέφαλος δεν λαμβάνει τις οπτικές πληροφορίες που χρειάζεται.

Μέχρι σήμερα έχουν γίνει κάποιες πειραματικές προσπάθειες για την ανάπτυξη ηλεκτρονικών εμφυτευμάτων ή για τη χρήση βλαστικών κυττάρων που θα μετατρέπονται σε κύτταρα του αμφιβληστροειδούς αποκαθιστώντας την όραση. Ωστόσο καμία τέτοια θεραπεία δεν έχει ευρεία εφαρμογή.

Γονίδιο μονοκύτταρων φυκών

Ο δρ Χόρσαγκερ ελπίζει ότι η γονιδιακή θεραπεία της ομάδας του θα αλλάξει το τοπίο. Οι ειδικοί χρησιμοποιούν έναν αβλαβή ιό ως «όχημα μεταφοράς» ενός γονιδίου το οποίο κωδικοποιεί για την παραγωγή της πρωτεΐνης ChR2. Η πρωτεΐνη αυτή χρησιμοποιείται από μονοκύτταρα φύκη ώστε να τα βοηθά να κινούνται προς το φως.

Ο αμφιβληστροειδής περιέχει τρία κυτταρικά στρώματα τα οποία συνεργάζονται για τον εντοπισμό και τη μετάδοση των σημάτων φωτός στον εγκέφαλο. Το πρώτο στρώμα περιέχει τους φωτοϋποδοχείς – τα ραβδία και τα κωνία τα οποία ανιχνεύουν το φως. Το δεύτερο στρώμα αποτελείται από διπολικά κύτταρα τα οποία λειτουργούν ως κανάλια μεταφοράς πληροφοριών μεταξύ των φωτοϋποδοχέων και του τρίτου τύπου κυττάρων, των γαγγλιακών κυττάρων που μεταδίδουν τα σήματα του φωτός στον εγκέφαλο.

Το μπουζούκι και η ιστορία του,


Το Μπουζούκι είναι λαουτοειδές έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο, με αχλαδόσχημο αντηχείο (σκάφος) από επιμήκεις ξύλινες λουρίδες, τις ντούγιες, και μακρύ βραχίονα, το μπράτσο ή μάνικο με κλειδιά στην άκρη για το χόρδισμα (κούρδισμα). Κατά μήκος του βραχίονα υπάρχουν λεπτά μεταλικά ελάσματα, κάθετα προς τον επιμήκη άξονα του βραχίονα, που σφηνώνονται σε μία λεπτή σχισμή και λέγονται τάστα. Τα διαστήματα ανάμεσα στα τάστα, οριοθετούν την απόσταση του ημιτονίου




Διαθέτει τρεις ή τέσσερις διπλές, και σε ορισμένες περιπτώσεις μονές, χορδές τις οποίες χτυπά ο μουσικός με ένα μικρό πλήκτρο την πένα. Αρχικά το μπουζούκι έφερε τρία ζεύγη μεταλλικών χορδών κουρδισμένες σε τόνους ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ (υπάρχουν επίσης αναφορές για επτάχορδα ή και οκτάχορδα τριφωνικά μπουζούκια πάλι σε χόρδισμα ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ, με τη διαφορά ότι η μπάσα ΡΕ και άλλοτε και η ΛΑ αποτελούνταν από 3 χορδές), ενώ αργότερα απέκτησε τέταρτο ζεύγος και κούρδισμα ΝΤΟ-ΦΑ-ΛΑ-ΡΕ (πάλι ανά ζεύγος). Παλιότερα τα κουρδίσματα (ντουζένια) άλλαζαν ανάλογα με τον μουσικό δρόμο (μακάμ) της εκτελούμενης μελωδίας. Οι τρόποι αυτοί διατηρήθηκαν μέχρι τον μεσοπόλεμο και χάθηκαν σταδιακά, οριστικά δε με την επικράτηση του τετράχορδου. Σύμφωνα με τον αείμνηστο Άκη Πάνου, μπουζούκι είναι μόνο το τρίχορδο ενώ το άλλο, το τετράχορδο, το ονόμαζε ο ίδιος τετράφωνο


Καταγωγή

Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι προέρχεται από την τουρκική μουσική παράδοση. Οι περισσότεροι όμως δέχονται την τουρκική προέλευση μόνο της ονομασίας - αν και είναι πιθανόν η λέξη να προέρχεται απο τη περσική λέξη "tambur-e bozorg" που σημαίνει "μεγάλος ταμπουράς" με μετατροπή του ήχου "rg" σε "k" στην Ελληνική και τη Τουρκική - ενώ θεωρούν το όργανο ένα είδος μετεξέλιξης της αρχαιοελληνικής πανδούρας. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το μπουζούκι που κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη λαϊκή ορχήστρα, έχει σχήμα, διαστάσεις και διάταξη χορδών, ίδια περίπου εδώ και χιλιάδες χρόνια. Πέρασε από τους αρχαίους Έλληνες στους Βυζαντινούς, επέζησε στην Τουρκοκρατία και η άνθησή του στις μέρες μας πέρασε πρώτα από μια περίοδο αμφισβήτησης στις αρχές του αιώνα. Οι παραλλαγές αυτού του αρχαίου οργάνου ήταν αρκετές μέσα στα χρόνια της ζωής του και είχε τα ονόματα πανδούρα ή πανδουρίδα, τρίχορδον, ταμπουράς, θαμπούρα, ταμπούριν, ψαλτήριον, μπουζούκι και πολλά άλλα ακόμη με τα οποία ονομάζονταν και άλλα μικρότερα ή μεγαλύτερα όργανα της ίδιας οικογένειας, των ταμπουράδων. Στην πραγματικότητα ήταν απλώς μικροτροποποιήσεις και παραλλαγές του ίδιου βασικού οργάνου, του ταμπουρά. Ο μουσικολόγος και κριτικός Φοίβος Άνωγειανάκης περιγράφει την πορεία του ταμπουρά και την ιστορία του ονόματός του ως τις μέρες μας. Για τη βυζαντινή εποχή οι πηγές είναι πολλές, καθώς η πανδούρα και το κανονάκι, ήταν από τα βασικότερα όργανα για τη διδασκαλία της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής, όπως τονίζει ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος στο βιβλίο του για την βυζαντινή μουσική



Πώς καθιερώνεται ως εθνικό όργανο,

Κι εδώ έχουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το ρόλο του τυχαίου στην Ιστορία, τις μονάκριβες κοινωνικές στιγμές όπου όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να ξεπηδήσει το νέο, να συμβούν τα γεννητούρια. Ο Μάρκος άκουσε τον μπουζουξή Αϊβαλιώτη, τέλη του 1925 στα κρατητήρια και είπε μόνος του ότι «εγώ αν δεν μάθω μπουζούκι, θα κόψω τα χέρια μου με το μπαλτά». Ήδη στην Αμερική ηχογραφούσαν με μπουζούκι. Το 1931 ο Χαλκιάς ηχογραφεί το «μινόρε του τεκέ», οργανικό χωρίς λόγια. Οι φωνογραφητζήδες έχουν γίνει επάγγελμα απ’ το 1928 (Κηρομύτης). Έτσι αυτό το μινόρε που έχει διαδοθεί απ’ τους φωνόγραφους και τα παιξίματα του Μ. Βαμβακάρη (Μπιθικώτσης) γίνεται η αιτία να ασχοληθεί με το μπουζούκι μια ολόκληρη γενιά που θα το καθιερώσουν σαν το πρωτότυπο εθνικό όργανο του ελληνισμού τον 20ό αιώνα. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ήταν μεσημέρι στη ταβέρνα του Γκινόπουλου στις Τζιτζιφιές και κολάτσιζε με τα ρούχα της δουλειάς (σοβαντζής). «Άκουσα ένα δίσκο που είχε βγάλει στην Αμερική ο Χαλκιάς... Μόλις το άκουσα τρελάθηκα... Τέτοιο σόλο δεν πρόκειται να ξαναγεννήσει η φύση... Αμέσως άλλαξα γνώμη, παράτησα τη κιθάρα (που ψιλοέπαιζα) και είπα να πάρω μπουζούκι... έτσι πήρα το μπουζούκι κι έγινα ο Παπαϊωάννου». Ο Χιώτης έπαιζε κιθάρα με το συγκρότημα «Άσπρα πουλιά» του Κ. Μπέζου. Στη συνέχεια καταπιάνεται με τον πρωτόγνωρο ήχο του μινόρε του Χαλκιά και καταπιάνεται με το μπουζούκι. Τέλος το 1932 αρχίζουν συστηματικά οι ηχογραφήσεις με μπουζουκομπαγλαμάδες, με το Μπάτη και το Μάρκο Βαμβακάρη. Έτσι η συνομωσία έληξε, με το νέο μουσικό όργανο και το νέο τύπου στίχο να γίνεται το τεράστιο κύμα που αγκάλιασε όλες τις πλευρές ενός έθνους, από κάτω προς τα πάνω κι έγινε ένα απ’ τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής ταυτότητας. Μπουζούκι ίσον η πραγματική Ελλάδα κι όχι αυτή που έχει στο κεφάλι του κάθε ευφάνταστος χαραμοφάης



Σύγχρονη ιστορία,

Από το τέλος του 19ου αιώνα το μπουζούκι άρχισε να εξαφανίζεται σταδιακά από την ελληνική δημοτική μουσική και, όταν σχηματίσθηκαν τα δύο βασικά ορχηστικά σχήματα, η κομπανία στην στεριανή Ελλάδα (κλαρίνο, βιολί, λαγούτο, σαντούρι) και η ζυγιά στα νησιά (βιολί-λαούτο ή βιολί-λύρα), το μπουζούκι έμεινε εκτός. Από εδώ και πέρα όμως ξεκίνησε μια νέα ακμή. Στο 2ο μισό του 19ου αιώνα ανιχνεύονται οι ρίζες του ρεμπέτικου τραγουδιού, το οποίο άρχισε να αποδίδεται με τη συνοδεία μπουζουκιού, αλλά όχι αποκλειστικά, όπως έγινε αργότερα. Στα 1935 σχηματίσθηκε η πρώτη επαγγελματική ρεμπέτικη κομπανία (το συνηθισμένο σχήμα με δύο μπουζούκια, μια κιθάρα κι ένα μπαγλαμά ή και παραλλαγές). Στην κομπανία συμμετείχαν ο Μάρκος Βαμβακάρης,που έπαιζε μπουζούκι και τραγουδούσε, ο Στράτος Παγιουμτζής που τραγουδούσε κυρίως, ο Ανέστης Δελιάς που έπαιζε μπουζούκια, κιθάρα και τραγουδούσε, και ο Γιώργος Μπάτης που έπαιζε μπαγλαμά και τραγουδούσε. Το ρεμπέτικο, αυτό το μουσικό είδος ταυτίσθηκε με το μπουζούκι και το όργανο αυτό τελειοποιήθηκε και αξιοποιήθηκε στα χέρια μεγάλων εκτελεστών ανάμεσα στους οποίους ήταν οι Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, Χιώτης, Μητσάκης και πολλοί άλλοι. Η μεγάλη αλλαγή στην τεχνική του μπουζουκιού έγινε από τον Μανώλη Χιώτη, που εισήγαγε το τετράχορδο μπουζούκι με το σύγχρονο κούρδισμα, στη δισκογραφία και στο πάλκο τη δεκαετία του 1950. Το τετράχορδο, ως πιο πολυφωνικό, δίνει τη δυνατότητα για περισσότερες και πιο πλούσιες συγχορδίες ενώ, επειδή έχει περισσότερες χορδές, διευκολύνει τον εκτελεστή να παίζει τις κλίμακες κάνοντας μικρότερες διαδρομές στην ταστιέρα με τα δάχτυλα του αριστερού χεριού



Κατασκευαστικά στοιχεία,

Από κατασκευαστική άποψη τα μπουζούκια μπορούν να έχουν διαφορές μεταξύ τους όχι μόνο στον αριθμό των χορδών αλλά και σε άλλα χαρακτηριστικά, π.χ. μήκος μάνικου, πλάτος, ύψος, βάθος του ηχείου ή σκάφους, το πλάτος των ξύλινων φετών του σκάφους. Τις διαφορές αυτές καθορίζει ο κατασκευαστής που με την εμπειρία του και ανάλογα με τον ήχο που θέλει να βγάζει το όργανο, τροποποιεί τα λειτουργικά στοιχεία του για να πετύχει πιο οξύ, πιο βαθύ ή πιο βαρύ ήχο



Το μέγεθος και το είδος του ηχείου παίζουν ρόλο στην τονικότητα του οργάνου ενώ το μήκος του μάνικου, και κατ' επέκταση των χορδών, δίνουν τη διαφορά στην τονικότητα του οργάνου. Εννοείται ότι κάθε μήκος μάνικου έχει διαφορετικό πλάτος τάστων αφού όλα τα μπουζούκια έχουν τον ίδιο αριθμό τάστων. Μεγάλη σημασία στον ήχο έχει και η ποιότητα των ξύλων από τα οποία είναι κατασκευασμένο το όργανο. Για την κατασκευή του σκάφους θεωρείται ότι καλύτερα ξύλα είναι της μουριάς, της απιδιάς, της κερασιάς, της ακακίας, της φτελιάς κι ακολουθούν της καρυδιάς, του πλάτανου, της καστανιάς. Το ξύλο του σκάφους πρέπει να είναι συμπαγές, ιδιότητα που έχουν εκείνα τα ξύλα που προέρχονται από δέντρα βραδείας ανάπτυξης. Το καπάκι του σκάφους πρέπει να είναι από κέδρο ή έλατο (κατά προτίμηση ερυθρελάτη) και να είναι, αν είναι δυνατόv, μονοκόματο. Το καπάκι είναι που παίζει τον κύριο ρόλο στον ήχο γιατί αυτό πάλλεται και ενισχύει και παρατείνει τους παλμούς των χορδών. Στην ποιότητα του ήχου παίζει ρόλο ο λούστρος και η επεξεργασία του λουστραρίσματος. Καλύτερος είναι ο φυσικός λούστρος από γομαμαλάκκα που είναι περασμένος με το χέρι σε πολλά στρώματα, με τον παραδοσιακό τρόπο. Έτσι οι επιφάνειες των ξύλων γίνονται πιο συμπαγείς και πιο ανακλαστικές, πέρα από το καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα



Το μάνικο πρέπει να είναι από πολύ ξερό και σκληρό ξύλο για να μη σκευρώσει κι απομακρύνει τις χορδές από την ταστιέρα, οπότε το όργανο γίνεται φάλτσο και δυσκολόπαιχτο. Για να το πετύχουν αυτό οι οργανοκατασκευαστές χρησιμοποιούν διάφορες τεχνικές κι ο καθένας έχει τα δικά του μυστικά. Μπορεί κανείς να βάλει μέσα στο μάνικο μια μεταλλική βέργα που αυξάνει την αντοχή στο σκεύρωμα αλλά προσθέτει πολύ βάρος. Τέτοιας κατασκευής είναι τα λεγόμενα "βιομηχανικά" μπουζούκια. Το καλύτερο ξύλο για μάνικο είναι το σφενδάμι, η φτελιά και η καρυδιά. Η πλάκα που κάθεται πάνω στο μάνικο και σ' αυτήν σφηνώνονται τα συρμάτινα τάστα πρέπει να είναι πολύ σκληρό, συμπαγές, ανθεκτικό ξύλο αλλά και όμορφο. Τα καλύτερα για αυτή τη θέση είναι ο έβενος, ο παλίσανδρος, το πυξάρι και η τριανταφυλιά, ανάλογα με το χρώμα που θέλουμε να έχει η ταστιέρα (ο έβενος μαύρο, ο παλίσανδρος κοκκινιάρικο σκούρο, η τριανταφυλλιά καστανοκόκκινο με όμορφα νερά και το πυξάρι ανοιχτόχρωμο). Τέλος έρχονται τα διακοσμητικά στοιχεία που προσθέτουμε στο μπουζούκι. Αυτά, όσο πιο πολλά είναι, τόσο ο ήχος γίνεται πιο μουντός. Γι' αυτό θα ακούσετε τον καλύτερο ήχο από τα λιτά μπουζούκια, πιο καθαρό και πιο "καμπανάτο". Μπορεί, βέβαια, ένα μπουζούκι να έχει διακοσμητικά από φυσικά υλικά (ξύλο, σεντέφι, ελεφαντόδοντο, ταρταρούγα) και να είναι και "πλουμιστό" και καθαρόηχο. Αυτό έγκειται στη μαστοριά του κατασκευαστή



Ξακουστός κατασκευαστής ήταν ο περιβόητος Ζοζέφ που έφτιαξε μπουζούκια για τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες. Λέγεται ότι το πρώτο τετράφωνο το έφτιαξε αυτός, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, κατά παραγγελία και υποδείξεις του Μανώλη Χιώτη.

Ένα ξεχωριστό είδος τρίχορδου μπουζουκιού, με πολύ βαθύ και μακρύ αλλά στενής επιφάνειας καπακιού, που βγάζει έναν ιδιαίτερο ήχο, είναι το γόνατο. Γόνατο έπαιζε ο μεγάλος Στράτος Παγιουμτζής στην "τετράδα του Πειραιώς", την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία που ίδρυσε ο Μάρκος Βαμαβακάρης όπως προαναφέρεται.

Άλλο είδος, πάλι τρίχορδο, είναι το μισομπούζουκο ή μεσομπούζουκο. Αυτό έχει μικρότερο ηχείο που το σχήμα του είναι σχεδόν ημισφαίριο (κι όχι αχλαδόσχημο) και το μάνικό του είναι λίγο κοντύτερο (έχει μήκος χορδών 60 ή 62 εκατοστά).











Αναρτημενο Απο Melwdo, Forum TeamGR

Η ραδιενέργεια έκοψε το «24»,


Θύµα της ραδιενέργειας έπεσε και η τηλεοπτική σειρά «24» στην Ιαπωνία. Μετά την απόσυρση επεισοδίων της σειράς κινουµένων σχεδίων «Οι Σίµπσονς», επειδή αναφέρονταν αστεία σχετικά µε τα πυρηνικά εργοστάσια και τη ραδιενέργεια, τώρα δεν θα προβληθεί ούτε ο τελευταίος κύκλος της δηµοφιλούς σειράς διότι σύµφωνα µε το σενάριο ο γιος ρώσου τροµοκράτη αρρωσταίνει όταν εκτίθεται σε ραδιενέργεια.

Οταν ο λαγός... τραπεζώνει την καµήλα και τον πελεκάνο,


Λαγούς µε πετραχήλια, σουσαµόσουπες µε µακαρόνια βίδες, καροτόπιτες µ’ εξωτικές καρύδες, παγωτά και µπισκότα φουρνιστά σερβίρουν οκτώ µυστακοφόροι µάγειροι και ανοίγουν την όρεξη σε µια παράσταση µετά µουσικής για παιδιά και µεγάλους
Κυριακή. Απόγευµα µε λιακάδα. Ο κυρ-Αγησίλαγος ξετρύπωσε από το λαγούµι του στοΙδρυµα «Μιχάλης Κακογιάννης»και βγήκε για βόλτα στο δάσος µε τις κερασιές και τις κοντές βερικοκιές.

Το παραµύθι του ∆ηµήτρη Μπασλάµ, παραµυθά ολκής – λένε αυτοί που ξέρουν –, που επιµένει «σεµνός µπασίστας», ξεγλίστρησεαπό τις σελίδες του βιβλίου (που ήδη κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκηκαι σε CD) και έγινε µια σβέλτη θεατρικήπαράσταση µε ζωντάνια, κέφι, άφθονη µουσική και λαχταριστά φαγητά για παιδιά και µεγάλους.

Σκεφτείτε, αν και ανοιξιάτικοςο καιρός, ανάµεσα στους περίπου 250 θεατές που έπιασαν θέσεις στο αµφιθέατρο του Ιδρύµατος «Μιχάλης Κακογιάννης» ήτανκαι νεαρά ζευγάρια, αλλά και κάποιοι µεγαλύτεροίτους χωρίς παιδιά.

Τέτοια είναι η φήµη του γκουρµέ λαγού, του κυρ-Αγησίλαγου.

Στη σκηνήκυριαρχεί το µαύρο (σε κουρτίνες και ελαστικό πάτωµα), αλλά χρώµα δίνουν τα µαξιλάρια, πράσινα, κόκκινα, κίτρινα, σε διάφορα σχήµατα και µεγέθη – µακρόστενα, στρογγυλά, µε µυτερές άκρες –, σκόρπια. Είναι οι πιπεριές, οι ντοµάτες και τα λεµόνια του παραµυθιού «Ο Αγησίλαγος». Κι από κοντά οι φίλοι του. ∆ιάφορα ζώα του δάσους. Μια καµήλα που φορούσε δύο µπικίνια, ένας ασβός αχτένιστος που φόραγε λουστρίνια, ο Μεξικάνος, ο γιατρός ο πελεκάνος, η αντιλόπη, η ωραία Μαίρη, ο ιπποπόταµος Μάκης, ο φίλος του Ηλία.

Μια µεγάλη αγκαλιά για τον Μπου ,


Κουρνιασµένος στο πλευρό του φύλακα που έχει αναλάβει τη φροντίδα του και µε το αγαπηµένο του παιχνίδι σφιχτά στην αγκαλιά του, ο Μπου έκανε χθες την πρώτη δηµόσια εµφάνισή του. Ο µικρούλης ουρακοτάγκος γεννήθηκε πριν από εννέα µήνες στον ζωολογικό κήπο της Μαδρίτης – ο πρώτος έπειτα από 20 χρόνια. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, ο Μπου θα ήταν κολληµένος στη µαµά του, η οποία θα τον θήλαζε έως ότου γίνει 2 ή 3 ετών.

Η λύρα στην Κρήτη,


Η κρητική λύρα ανήκει στην κατηγορία των χορδόφωνων μουσικών οργάνων με δοξάρι και έχει τις ρίζες της στην Ανατολή. Στην Kρήτη υπήρχαν δύο τύποι λύρας. Tο αποκαλούμενο σήμερα λυράκι, που έδινε οξύ και διαπεραστικό ήχο και η βροντόλυρα ή χοντρόλυρα, μεγαλύτερη σε μέγεθος, ιδανική για την πολύωρη συνοδεία τραγουδιού. Aπό τους δύο τύπους αυτούς και την επιρροή του βιολιού, προήλθε η σύγχρονη κοινή λύρα.


Κατασκευάζεται από μονοκόμματο ξύλο κάποιας ηλικίας (τουλάχιστον 10 ετών) και συνήθως χρησιμοποιείται ασφένταμος, καρυδιά, μουρνιά, κ.α. Η σκάφη, το κοίλο σκαφτό σώμα της λύρας λέγεται και καύκα ή καυκί. Το καπάκι (εμπρόσθιο μέρος) είναι αυτό που επηρεάζει άμεσα τον ήχο του οργάνου και ιδανικό υλικό για την κατασκευή του θεωρείται το κατράνι (υλικό ηλικίας άνω των 300 ετών που προέρχεται από δοκάρια παλαιών κτισμάτων). Παλιά οι χορδές ήταν εντέρινες και το δοξάρι είχε τρίχες από ουρά αλόγου που συνήθως έφερε μια σειρά από σφαιρικά κουδουνάκια, τα λεγόμενα γερακοκούδουνα. Σήμερα που η λύρα συνοδεύεται από άλλα μουσικά όργανα (λαούτο, κιθάρα κ.α.) χρησιμοποιείται συνήθως δοξάρι βιολιού


Η λύρα στον ελληνικό χώρο,

Για να διερευνήσουμε τη χρονική αφετηρία της παρουσίας των εγχόρδων μουσικών οργάνων στην Κρήτη πρέπει να εξετάσουμε την παρουσία τους στον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου ή, ακόμη ευρύτερα, της ανατολικής Μεσογείου και γενικά της βυζαντινής επικράτειας.


Συγκεκριμένα για τη λύρα γνωρίζουμε ότι από το 10ο αιώνα (901-1000 μ.Χ.) υπήρχε ήδη στο βυζαντινό χώρο. Εκτός από τις παραστάσεις στο ανάγλυφο ελεφάντινο βυζαντινό κιβωτίδιο του 10ου ή 11ου αιώνα που σώζεται στο μουσείο της Φλωρεντίας και στα ιστορημένα (εικονογραφημένα) χειρόγραφα του 11ου αιώνα, βαρύνουσα σημασία έχει και η αναφορά του Πέρση Ibn Kurdadhbih προς το χαλίφη Al Mutamid, όπου, ανάμεσα σε άλλα βυζαντινά όργανα, αναφέρει τη λύρα (“lura”), περιγράφοντάς την ως ξύλινο όργανο με πέντε χορδές «όμοιο με το αραβικό ρεμπάμπ».


Η αναφορά αυτή, εκτός από την παλαιότητά της, είναι ιδιαίτερα σημαντική για δύο ακόμη λόγους: πρώτον, γιατί αναφέρει την ελληνική ονομασία λύρα και, δεύτερον, γιατί θεωρεί το συγκεκριμένο όργανο «όμοιο με το ρεμπάμπ» και όχι προερχόμενο από το ρεμπάμπ. Αυτό δεν αποκλείει οπωσδήποτε την προέλευση της βυζαντινής λύρας από τον αραβικό κόσμο, όμως πρέπει να διερευνηθεί η ακριβής σχέση της τόσο με τα τοξωτά έγχορδα της Ανατολής (Ινδία και, στη συνέχεια, Άραβες) όσο και με την αρχαία ελληνική λύρα. Το όνομα λύρα για το συγκεκριμένο όργανο δεν εντοπίζεται μόνο στη μορφωμένη Κωνσταντινούπολη (όπου θα μπορούσε να έχει δοθεί από λογίους σ’ ένα νεοεισαχθέν όργανο που τους θύμιζε κάπως την αρχαία άρπα), αλλά σε όλο τον ελληνικό χώρο, με εξαίρεση την περιοχή των Σερρών, όπου λεγόταν ζίγκα ή γκίγκα πιθανόν κατά ξενική επίδραση (πάντως οι Τούρκοι ονομάζουν την ελληνική λύρα «ρουμ κεμεντζέ», που σημαίνει ακριβώς «ρωμαίικη λύρα»):

« Για δώστε μου τη λύρα μου, το δόλιο μου δοξάρι,
να θυμηθώ τσ’ αγάπης μου, σήμερο τηνε χάνω ».
(ακριτικό τραγούδι, από τη συλλογή της Ακαδημίας Αθηνών
Ελληνικά δημοτικά τραγούδια Α΄, Αθήναι 1962, σελ. 116)



Η άποψη του Κλοντ Φωριέλ ότι οι τυφλοί Έλληνες λαϊκοί ποιητές «τραγουδούν παίζοντας με το δοξάρι ένα όργανο με χορδές που είναι ακριβώς η λύρα των αρχαίων Ελλήνων, και που έχει διατηρήσει και το όνομα και τη μορφή. Η λύρα, για να είναι πλήρης, πρέπει να έχει πέντε χορδές, αλλά συνήθως δεν έχει παρά δύο ή τρεις, που οι ήχοι της, όπως εύκολα φαντάζεται κανείς, δεν είναι και πολύ αρμονικοί…». Ο Φωριέλ γράφει το 1824 και θεωρεί αυτονόητα τη λύρα ελληνικό μουσικό όργανο. Ο Γεώργιος Χατζηδάκις στο κεφάλαιο για την καταγωγή της κρητικής λύρας του έργου του Κρητική Μουσική, αν και αναγνωρίζει ότι «η σημερινή και η αρχαία λύρα από απόψεως κατασκευής παρουσιάζουν κατά βάσιν κοινά τινα τεχνικά γνωρίσματα», τα οποία περιγράφει διεξοδικά (στο σχήμα, το ηχείο, τα κλειδιά –στριφτάλια, κ.τ.λ.), εντούτοις είναι της άποψης ότι δεν πρόκειται για το ίδιο όργανο, κυρίως επειδή η αρχαία λύρα ήταν νυκτό όργανο (παιζόταν με πλήκτρο, δηλ. πένα), ενώ η νεότερη τοξωτό, το δε τόξο (δοξάρι) θεωρεί, όχι άδικα, προϊόν της ανατολής: τόσο η οικογένεια του βιολιού όσο και η οικογένεια της λύρας έλκουν την καταγωγή τους από τις Ινδίες. Ακόμη και την ινδιάνικη λύρα, που εκτίθεται στο Μουσείο Φυσικών Επιστημών της Νέας Υόρκης, συνοδεύει σημείωμα ότι «το όργανο τούτο μετεκομίσθη από τας Ινδίας εις την Αμερικήν» (η απώτερη καταγωγή των ιθαγενών της Αμερικής θεωρείται ασιατική, οι πρόγονοί τους πέρασαν στην αμερικανική ήπειρο μέσω του Βερίγγειου Πορθμού)


Σε κάθε περίπτωση δεν γνωρίζουμε πότε οι Βυζαντινοί άρχισαν να παίζουν λύρα· ακόμη και αν δεν έχουμε να κάνουμε με μια παράδοση που συνεχίζεται από την αρχαιότητα (και η νεότερη λύρα δεν είναι, αναπάντεχα, άμεσος απόγονος της αρχαίας ελληνικής) αλλά ήρθε πράγματι από τον αραβικό κόσμο, δε γνωρίζουμε πόσο παλαιότερα από το 10ο αιώνα συνέβη αυτή η πολιτισμική «συναλλαγή». Τον 11ο αιώνα μ.Χ. τα τοξωτά έγχορδα είναι εξαπλωμένα σε όλη τη μεσογειακή Ευρώπη και πιο ψηλά, ως τους Κέλτες και τις Βρετανικές Νήσους. Σε γερμανικά χειρόγραφα του 12ου αιώνα η ονομασία διατηρείται: lyra. Στην Ιταλία διατηρήθηκαν τα ονόματα Lira di braccio και Lira da gamba έως και τον 16ο αιώνα. Η λύρα των Βυζαντινών σε παραλλαγές σχημάτων και ονομάτων (fiddle, viele, viola, rebec, ribeca, rubeba), έγινε στην Ευρώπη το κυριότερο έγχορδο κατά την περίοδο του Μεσαίωνα. Το 1484 ο Φλαμανδός μουσικός Johannes Tinctoris έγραφε:

«Η βιόλα όπως λένε, ανακαλύφθηκε από τους Έλληνες».

Σε ολόκληρο το τόξο από την Κωνσταντινούπολη ώς την Κρήτη, που περιλαμβάνει τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, έχουμε λύρα ως τα μέσα του εικοστού αιώνα, οπότε η λύρα εκτοπίζεται από το βιολί. Λύρα έχουμε επίσης στην Αγία Ελένη Σερρών (αναστενάρικη λύρα), όπου επικρατεί, όπως είπαμε, η ονομασία ζίγκα ή γκίγκα· η λύρα εκείνη διαφέρει από τη βυζαντινή (την πολίτικη) προδίδοντας ίσως περισσότερο τουρκικές επιδράσεις


Η λύρα στην Κρήτη,

Το κρητικό λυράκι είναι σχεδόν ίδιο με την πολίτικη λύρα, δηλαδή τη λύρα της Κωνσταντινούπολης. Για την προέλευσή του πρέπει να αντιμετωπίσουμε δύο πιθανές εκδοχές:
α. Τη λύρα έφεραν οι Άραβες, που παρέμειναν στην Κρήτη ως κατακτητές (προερχόμενοι από την Ισπανία) τα έτη 823-961 μ.Χ., και παρέμεινε στην Κρήτη έκτοτε χωρίς διακοπή (αυτό θα σημαίνει ότι το αραβικό ρεμπάμπ της εποχής εκείνης είναι μορφολογικά ίδιο με τη βυζαντινή λύρα).
β. Ήρθε στην Κρήτη από την Κωνσταντινούπολη, είτε (το πιθανότερο) από το στρατό του Νικηφόρου Φωκά και τους Βυζαντινούς που ακολούθησαν είτε μέσω Δωδεκανήσου, οπότε η είσοδός της στο νησί πρέπει να άρχισε από την πλευρά της Σητείας (που γειτονεύει με την Κάσο και την Κάρπαθο) και να είχε συντελεστεί το πολύ ως το 12ο αιώνα (1101-1200 μ.Χ.), αφού δύο αιώνες για το μουσικό «ταξίδι» από την Πόλη ως την Κρήτη είναι υπεραρκετοί. Πολύ περισσότερο μάλιστα εφ’ όσον οι Κρητικοί ήταν, ως γνωστόν, σπουδαίοι ναυτικοί: ο Γάλλος περιηγητής Andre Thevet το 1549 έγραφε: «Οι Κρητικοί είναι σπουδαίοι πιλότοι και έμπειροι ναυτικοί. Χρησιμοποιούν μικρά πλεούμενα που τα αποκαλούν squiraces. Όταν είναι μπουνάτσα πέντε τούρκικες φούστες δε μπορούν ν’ αναμετρηθούν μ’ ένα απ’ αυτά τα κρητικά καραβάκια».

Υπέρ της δεύτερης εκδοχής είναι ότι και στην Κρήτη για το συγκεκριμένο όργανο είναι γνωστό μόνο το ελληνικό όνομα λύρα και δεν υπάρχει μαρτυρία ή ανάμνηση σε καμία τοπική παράδοση ότι χρησιμοποιήθηκε ποτέ γι’ αυτό το όνομα ρεμπάμπ, ρεμπέκ, κεμεντζές ή άλλος ξενόγλωσσος όρος. Και στις δύο περιπτώσεις είναι προφανές ότι οι Ενετοί, ερχόμενοι στην Κρήτη το 1211, βρήκαν ήδη τη λύρα εδώ, ως λαϊκό όργανο βέβαια (όπως και στα Δωδεκάνησα) δηλαδή σε πρωτόγονη μορφή (λυράκια κατασκευασμένα από τους ίδιους τους λυράρηδες των χωριών από δέντρα της περιοχής τους και δοξάρια από ουρά αλόγου ή και γαϊδάρου –με το συμπάθιο– όπως ακριβώς τα λυράκια που ξέρουμε από τους αμέτρητους λυράρηδες των κρητικών χωριών του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, πριν η κρητική λύρα πάρει την τυπική σύγχρονη μορφή της με την καθοριστική συμβολή του θρυλικού Ρεθεμνιώτη λυράρη Ανδρέα Ροδινού, και των επίσης Ρεθυμνιωτών οργανοποιών Γιάννη Παπαδάκη ή Καρεκλά και Μανώλη Σταγάκη.


Τα γερακοκούδουνα στο δοξάρι της κρητικής λύρας είναι μια επιπλέον, εξαιρετικά σημαντική ένδειξη για την παρουσία της λύρας στην Κρήτη το αργότερο κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, οπότε οι άρχοντες κυνηγούσαν με γεράκια, στα πόδια των οποίων φορούσαν τα γερακοκούδουνα, αν όχι και κατά τη βυζαντινή περίοδο, από ανάλογους κυνηγούς. Οι Τούρκοι της Κρήτης ποτέ δεν κυνήγησαν με γεράκια (μόνο με λαγωναρές σκύλες, όπως και οι απλοί Κρητικοί χωρικοί). Τα γερακοκούδουνα, επομένως, μπήκαν στο δοξάρι της κρητικής λύρας (μόνο της λύρας, που ήταν όργανο της υπαίθρου, ποτέ του βιολιού, που ήταν ένα αστικό όργανο) είτε κατά τη βυζαντινή είτε κατά την ενετική εποχή. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή τα κουδουνάκια έμπαιναν στο δοξάρι αφού είχε πάψει να χρησιμοποιείται το κυνήγι με γεράκια, μόνο από το ιερατικό θυμιατό θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί, οπότε το πιθανότερο είναι ότι θα ονομάζονταν παπαδοκούδουνα ή με κάποιο παρεμφερή όρο. Το θυμιατό ήταν πάντα σε χρήση, με εξαίρεση ίσως ταραγμένες εποχές. Η εικόνα των κουδουνιών του θυμιατού ήταν πολύ πιο κοντά στα μάτια των Κρητικών χωρικών κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ακόμη και στους γέρους της πρώτης γενιάς, που θυμούνταν την εποχή των Ενετών και των αρχοντορωμαίων, απ’ ό,τι η εικόνα του κυνηγετικού γερακιού.

Είναι γεγονός ότι οι αναφορές των κείμενων της Ενετοκρατίας σε λαϊκά μουσικά όργανα αναφέρουν σχεδόν αποκλειστικά πνευστά και κρουστά. Ίσως η μπαντούρα, η ασκομαντούρα και το θιαμπόλι (σφυροχάμπιολο, το κρητικό σουραύλι) να ήταν ακόμη διαδεδομένα στην κρητική ύπαιθρο περισσότερο από τη λύρα, αφού και ως τις αρχές του 20ού αιώνα η διάδοσή τους ήταν σημαντική. Περιηγητές επίσης όπως ο Pierre Belon (1553) περιγράφοντας χορούς των Σφακιανών δεν αναφέρουν καθόλου μουσικά όργανα. Ο Χατζηδάκης μάλιστα επικαλείται τον Belon για να στηρίξει την άποψη ότι δεν υπήρχε λύρα στην Κρήτη το 16ο αιώνα, ξεχνώντας ότι οι Σφακιανοί ποτέ, μέχρι και την εποχή μας, δεν επιδόθηκαν στη χρήση έγχορδων οργάνων.

Ωστόσο, συνήθως παραγνωρίζεται μία σημαντική αναφορά. Είναι του Στέφανου Σαχλίκη, ποιητή του Χάνδακα του 14ου αιώνα, από τους προδρόμους της Κρητικής Αναγέννησης:

«Λοιπόν, όποιος ορέγεται να μάθη διά την μοίραν,
το πώς παίζει τον άτυχον, ωσάν παιγνιώτης λύραν
ας έλθη ν’ αναγνώση εδώ τούτο το καταλόγι…»


Είναι πιθανόν, ότι η αναφορά δε γίνεται στην αρχαία άρπα ούτε στην ιταλική lira (όπως πίστευε ο αείμνηστος Νικόλαος Παναγιωτάκης), αλλά στη λαϊκή κρητική λύρα της εποχής του ποιητή (περίπου 1331-1400), πράγμα που αποδεικνύεται από τη λέξη παιγνιώτης, δηλαδή την ιδιωματική λέξη που χρησιμοποιείται από τους Κρητικούς για να δηλώσει τόσο το σκοπευτή όσο και τον οργανοπαίχτη. Η παρομοίωση που χρησιμοποιεί ο Παναγιωτάκης ότι «ο Σαχλίκης ήταν αστός», που όμως έζησε από κοντά τη λαϊκή ζωή της υπαίθρου, ιδίως αφού κατέφυγε στο Πενταμόδι Ηρακλείου μετά την ολοκληρωτική πτώχευσή του από την άσωτη ζωή που έκανε, παραπέμπει λοιπόν καταφανώς σε μια εικόνα της λαϊκής ζωής της κρητικής υπαίθρου της εποχής του, με έναν παιγνιώτη που παίζει λύρα, και όχι σε μια εικόνα Ιταλού μουζικάντη ή αρχαίου Έλληνα αρπιστή.

Την ίδια άποψη φαίνεται να έχουν δύο από τους σημαντικότερους νεότερους μελετητές της εποχής εκείνης, ο Φαίδων Κουκουλές και ο Στυλιανός Αλεξίου. Και οι δύο συγκαταλέγουν με βεβαιότητα την κρητική λύρα στα μουσικά όργανα της βενετοκρατούμενης Κρήτης, με αντίστοιχες αναφορές ο μεν Κουκουλές στο άρθρο του «Συμβολή εις την Κρητική λαογραφίαν επί Βενετοκρατίας», στην Επετηρίδα της Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, τόμ. 3 (1940), σελ. 21, ο δε Αλεξίου στα Κρητικά Χρονικά του 1965 (τόμος ιθ΄), σελ. 165. Και οι δύο στηρίζουν την αναφορά τους στο Σαχλίκη. Μαζί τους συμφωνεί και ο Ελβετός εθνομουσικολόγος Samuel Baud-Bovy όπως σημειώνει σε άρθρο του σχετικά με την κρητική λύρα το 1977


Όμως… Γύρω στα 1580-1600 ο Γεώργιος Χορτάτζης στο έργο του Κατζούρμπος προσθέτει ένα ακόμα στοιχείο σχετικά με την παρουσία της λύρας που μας διαφωτίζει ακόμη περισσότερο: ο Νικολός κάνει καντάδα στην αγαπημένη του παίζοντας λυρόνι! Η ακατάδεχτη Πουλισένα γκρινιάζει, τονίζοντας πως θα του άνοιγε την πόρτα μόνο αν «της κουδούνιζε ένα σακούλι κίτρινα» (=χρυσά νομίσματα), γιατί αυτή «δεν κομπώνεται» (=δεν ξεγελιέται) με καντάδες και μερακλίκια:

«Ανίσως κι εκουδούνιζε στο σπίτι μου αποκάτω
μιαν ώρα το σακούλι του με κίτρινα γεμάτο,
δεις ήθελες πώς άνοιγα, με μένα με λυρόνι
μηδέ με το τραγούδι του ποσώς δε με κομπώνει…»
(Κατζούρμπος, πράξη Α΄, στ. 195-198)

Πιο κάτω ο Νικολός διεκτραγωδεί τη μοίρα του, καθώς ετοιμάζονται να δώσουν την Πουλισένα σε άλλον, μονολογώντας:

« Πήγαινε κι έρχου, Νικολό, μόνο με το λυρόνι,
τραγούδα κι αναστέναζε, κι άλλος ας ξεφαντώνει.»
(στο ίδιο, πράξη Β΄, στ. 409-410)


Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι στον Κατζούρμπο φαίνεται να γίνεται σύγχυση ανάμεσα στη λύρα και την κιθάρα. Στην αρχή του έργου, όπου βλέπουμε επί σκηνής την καντάδα του Νικολό, ο νέος δεν αναφέρεται να παίζει λυρόνι, αλλά «κιτάρα». Αρκεί να αναφέρουμε εδώ ότι στο Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης του Σκαρλάτου Βυζάντιου, στο λήμμα κιθαρίζω, παρατίθεται ως παράδειγμα ο στίχος (από αρχαίο συγγραφέα) αναλαμβάνων την λύραν εκιθάριζεν. Λύρα, κιθάρα και φόρμιγξ είναι τρεις όροι που φαίνεται να χρησιμοποιούνται ενίοτε για το ίδιο όργανο. Επίσης σύμφωνα με το Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας του Εμμ. Κριαρά, όπου λιρόνι= το μουσικό όργανο λύρα (κρητική) βεν. liron.

Το λυρόνι του Νικολό ωστόσο δεν ήταν κιθάρα, ούτε και αρχαία ελληνική λύρα. Το δεύτερο είναι προφανές από το ότι η υπόθεση του έργου διαδραματίζεται στην εποχή του ποιητή, στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, με αναφορές μάλιστα στην τουρκική επιθετικότητα της εποχής. Αλλά το κυριότερο είναι ότι η κιθάρα και η αρχαία λύρα ποτέ δεν αναφέρονται με υποκοριστικό. Αντίθετα, το μουσικό όργανο του Νικολό είναι μικρή λύρα (λυρόνι), σε αντιδιαστολή, προφανώς, με τις «κανονικές» λύρες, που ήταν μεγαλύτερες. Είναι προφανές ότι μόνο σ’ ένα όργανο ταιριάζει αυτό το χαρακτηριστικό: στο γνωστό μας λυράκι, την παλαιότερη μορφή της κρητικής λύρας που ξέρουμε. Η αναφορά στο λυρόνι του Νικολό, είναι ίσως η πιο αδιαφιλονίκητη μαρτυρία για τη χρήση της λαϊκής κρητικής λύρας την εποχή της Ενετοκρατίας.


Εδώ δεν είναι άστοχο ίσως να επισημάνουμε ότι η γνωστή αναφορά του Βιτσέντσου Κορνάρου στο λαούτο αφορά στο αστικό («αναγεννησιακό») ευρωπαϊκό λαούτο και όχι στο σημερινό κρητικό λαούτο, όργανο πολύ μεταγενέστερο, που συνδυάζει το χέρι (μανίκι) του ταμπουρά και το ηχείο (σκάφος) από το ούτι –γι’ αυτό και έχει μεγαλύτερο ηχείο τόσο από το στεριανό λαούτο όσο και από το νησιώτικο και το πολίτικο (λάφτα). Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος (1815-1881) στους «Κρητικούς Γάμους», περιγράφοντας πώς η Σοφία Δα Μολίν έπαιζε λαούτο, αναφέρει: «Το έγχορδον εκείνο πλήκτρον εκαλείτο λιούτον. Η χρήσις του, εκλιπούσα προ πολλού, μικράς αφήκεν αναμνήσεις εις τα δημοτικά ποιήματα της συγχρόνου κρητικής σχολής». Εκτός από το λαούτο υπήρχαν στις πόλεις όλα τα ευρωπαϊκά όργανα της εποχής (τσίτερες, βιόλες, λαούτα, άρπες, μπάσα και φιαούτα, κλαδοτζύμπαλα, τρουμπέτες…) .

Την εποχή της Ενετοκρατίας πρέπει να ήρθε στα αστικά κέντρα της Κρήτης το βιολί. Πόσο γρήγορα έφυγε από τις πόλεις και πήγε στα χωριά; Άγνωστο. Ο Παναγιωτάκης θεωρεί ότι αυτό συνέβη σχετικά γρήγορα. Επί του προκειμένου, πάντως, ας έχουμε υπόψιν ότι:
α. Το βιολί κατασκευάζεται πάντα από επαγγελματία οργανοποιό και ποτέ από τον ίδιο τον ερασιτέχνη μουσικό (όπως η λύρα), επομένως η εξάπλωσή του στα χωριά πρέπει να ήταν στην αρχή πολύ δύσκολη: όλα τα βιολιά που παίζονταν ήταν κατασκευασμένα στις πόλεις και προφανώς -το σπουδαιότερο- ακριβοπληρωμένα, άλλος ένας ανασταλτικός παράγοντας την εποχή εκείνη για τον πολύ λαό.
β. Στις περιοχές που γνωρίζουμε από μεταγενέστερες πηγές ότι παιζόταν λύρα δεν πρέπει να είχε διαδοθεί ποτέ το βιολί (το πολύ να υπήρχε ένας βιολάτορας κάπου κάπου, αστός ή ημιαστός), γιατί είναι απίθανο οι κάτοικοι να εγκατέλειψαν ένα τετράχορδο όργανο και να υιοθέτησαν ένα τρίχορδο (η μία λιγότερη χορδή σημαίνει μικρότερες παικτικές δυνατότητες – η προαναφερόμενη «πεντάχορδη λύρα», απ’ όσο είναι γνωστόν, δε μαρτυρείται ποτέ στην Κρήτη). Αντίθετα, στις περιοχές που διαδόθηκε, ή και κάποια στιγμή κυριάρχησε, το βιολί, ακόμη κι αν αυτό συνέβη μέσα του 17ου αιώνα (1650), είναι πολύ πιθανόν ότι υπήρχε ήδη παλαιότερα λύρα, η οποία συνυπήρξε με το βιολί για ένα μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα και είτε τελικά υποχώρησε (στην επαρχία Κισάμου) είτε συνυπάρχει ακόμη, όπως στους νομούς Ηρακλείου και Λασιθίου –ας μην ξεχνούμε τη μεγάλη λασιθιώτικη παράδοση της λύρας, που, για το 19ο και τον 20ο αιώνα, περνάει από τα ονόματα ξακουστών λυράρηδων, όπως του Φοραδάρη, του Ιωάννη Σολιδάκη (Κιρλίμπα) και του Μαθιού Γαρεφαλλάκη.


Τουρκοκρατία
Ήδη το 1746 έχουμε την πρώτη αναφορά που συνδέει τη λύρα με την Κρήτη, θεωρώντας την κατ’ εξοχήν κρητικό μουσικό όργανο: ο Άγγλος περιηγητής Μ. Porter ταξιδεύοντας στην Κωνσταντινούπολη βρίσκει ότι οι Έλληνες «τραγουδούν αδιάκοπα και χορεύουν. Παντού βλέπεις κρητικές λύρες και του Πανός τη σύριγγα που αποτελείται από εφτά άνισους αυλούς…». Τα όργανα αυτά παίζονταν μόνον από Έλληνες. Οι Τούρκοι, αντίθετα, «αποφεύγουν τους χορούς και δε συμπαθούν τη μουσική: “Όταν είναι υποχρεωμένοι να ζουν ανάμεσα σε Έλληνες ναυτικούς τους βλέπουν πάνω σε καράβι ή στη στεριά να χορεύουν με μουσική ή χωρίς όργανα κι εκείνοι κάθονται παράμερα”» .

Τι εννοεί ο συγγραφέας χαρακτηρίζοντας κρητικές τις λύρες που είδε στην Κωνσταντινούπολη; Ήταν πράγματι κρητικά λυράκια, τα οποία διέκρινε από τα πολίτικα λόγω των διαφορών τους στο δέσιμο των χορδών και πιθανόν στο δοξάρι με τα γερακοκούδουνα; Ή απλώς είχε συνδέσει, για κάποιο λόγο, τη λύρα αποκλειστικά με την Κρήτη κι έτσι θεώρησε αυτονόητο ότι οι πολίτικες λύρες που είδε ήταν κρητικές; Άγνωστο (ταξίδι του πάντως στην Κρήτη δεν αναφέρεται)· το βέβαιο είναι ότι στην εποχή του η λύρα υπήρχε και ήταν διαδεδομένη και καθιερωμένη στην Κρήτη.



Ο παλαιότερος ονομαστικά καταγεγραμμένος Κρητικός λυράρης θεωρείται ο Θοδωρομανώλης (1778-1818) από το Επανωχώρι Σελίνου του νομού Χανίων, περίπου σύγχρονος του θρυλικού Κισαμίτη βιολάτορα Στέφανου Τριανταφυλλάκη ή Κιώρου (1740-1790). Ο Θοδωρομανώλης, σύμφωνα με τον Αθανάσιο Δεικτάκη, «έπαιζε στη λύρα του τους πολλούς καημούς και τις λίγες χαρές της Κρήτης… Στους ρυθμούς της έβρισκε δρόμους απατηλής διαφυγής, στις μαντινάδες τραγουδούσε αντάρτικα υπονοούμενα. Οι σκοποί θύμιζαν ανάσταση του σκλάβου. Τα συρτά ηρωϊκούς οραματισμούς». Ο Θοδωρομανώλης σκότωσε τον άγριο γενίτσαρο του Επανωχωριού Εμίν Βέργερη, επειδή τον διέταξε να έρθει με τη λύρα του και να φέρει τις ξαδέρφες του και τη χήρα θεια του «να διασκεδάσουν» στον οντά του Βέργερη. Τα αποτελέσματα τέτοιων «προσκλήσεων», οδυνηρά και ατιμωτικά για τις χριστιανές, ήταν γνωστά! Μετά την πράξη του, ο Θοδωρομανώλης φυγοδίκησε και τελικά συνελήφθη στον Ομαλό, θανατώθηκε και το λείψανό του σύρθηκε για τρεις ημέρες στους δρόμους των Χανίων, δεμένο στην ουρά ενός αλόγου, για παραδειγματισμό. Ήταν μόλις 40 ετών.

Περίπου την ίδια εποχή, στη ρίμα του Γιώργη του Σκατόβεργα, που καταγράφηκε από τον Φωριέλ , συναντούμε τη λύρα στα χέρια του Ηρακλειώτη ριμαδόρου:

«Εγώ λοιπόν την έκαμα αυτή την ιστορία,
και παίζω την στην λύρα μου, διά παρηγορία… ».

Ο Φωριέλ, όπως είπαμε, εξέδωσε το βιβλίο του το 1824. Τα γεγονότα που περιγράφει η ρίμα (ο φόνος του αιμοσταγούς αγά Μόχογλου από τον Σκατόβεργα στο Μοχό Ηρακλείου και οι περιπέτειες του ήρωα ώς το θάνατό του) συνέβησαν, όπως γράφει ο ίδιος, το 1806. Ρίμες της έκτασης της συγκεκριμένης (104 στίχοι) γράφονταν και γράφονται από τους λαϊκούς ποιητές (ριμαδόρους) της Κρήτης αμέσως μετά τα γεγονότα που αφηγούνται. Το αργότερο ώς το 1816 πρέπει να είχε γραφτεί η συγκεκριμένη ρίμα, αλλιώς το πράμα θελά ’χει μαρουβίσει (παλιώσει) πολύ


Ο Γάλλος περιηγητής M.J. Tancoigne επισκέφθηκε την Κρήτη την τριετία 1811-1814. Πέρασε τον περισσότερο χρόνο του στην περιοχή των Χανίων και αναφέρεται στα ήθη, τα έθιμα, τις συνήθειες και την καθημερινότητα των Κρητών. Εκεί καταγράφει την εμπειρία του από «τους διαπεραστικούς και παράτονους ήχους μιας λύρας πρωτόγονης κατασκευής (Η λύρα των Νεοελλήνων δεν έχει καμία ομοιότητα με το ομώνυμο μουσικό όργανο που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι. Αυτή δεν έχει παρά μόνο τρεις χορδές και στο σχήμα μοιάζει με μαντολίνο μικρών διαστάσεων. Οι Έλληνες παίζουν το όργανο αυτό χρησιμοποιώντας δοξάρι).

Το 1817 ο Αυστριακός περιηγητής F. W. Sieber κατέγραψε τη συνάντησή του με ένα τυφλό νεαρό λυράρη που έπαιζε τετράχορδη, όπως αναφέρει, λύρα στο Καρύδι Σητείας . Ο Sieber δεν ικανοποιήθηκε από το παίξιμό του, γενικά όμως δεν εκφράζεται με ευαρέσκεια για τη μουσική και τους χορούς της Κρήτης (ό.π., σελ. 61-62, 74).

Το 1842 ο περιηγητής Μ. Χουρμούζης Βυζάντιος βρίσκει λυράρηδες σε κάθε χωριό της Κρήτης, ακόμη και στα στρατόπεδα των επαναστατών, ενώ δεν φαίνεται να γνωρίζει ούτε μία περίπτωση οθωμανού λυράρη: «Η λύρα είναι το κοινόν των Κρητών όργανον, την οποίαν κρούουν ωραία, και είναι σπάνιον να υπάρχη χωρίον όπου να μην είναι είς ή δύο κρούοντες την λύραν». Και σε υποσημείωση: «Οι Κρήτες αγαπούν καθ’ υπερβολήν τον χορόν, εις τα στρατόπεδά των έφερναν πάντοτε λύρας» (Μ. Χουρμούζη Βυζάντιου, Κρητικά, Αθήναι 1842, σελ. 30-31)


Τέλος, προς επίρρωσιν των ανωτέρω, ας αναφέρουμε απλώς το απόσπασμα από το έργο του «νεωτέρου περιηγητού Λοίχερος» αναφέρεται στον Γερμανό πανεπιστημιακό καθηγητή Franz von Loeher (1877) που παραθέτει ο Ψιλάκης και περιγράφει με ζωηρότητα Κρητικούς πάνοπλους με τόξα και βέλη να χορεύουν πηδηχτό γύρω στο 1790: «Και κατά τα τέλη της προτέρας εκατονταετηρίδος ωρχούντο =χόρευαν έτι οι Κρήτες την πυρρίχην, την παναρχαίαν των Κρητών όρχησιν… υπό τους οξείς, τραχείς και φαιδρούς της φόρμιγγος ήχους». Φόρμιγξ=λύρα (η αρχαιοελληνική –τις συνδέει).

Οι μαρτυρίες αυτές μάλλον συνηγορούν, υπέρ της άποψης ότι οι Τούρκοι ερχόμενοι στην Κρήτη (1642) δεν έφεραν μαζί τους τη λύρα, αλλά τη βρήκαν ήδη εδώ, στα χέρια των χριστιανών, και την υιοθέτησαν περιορισμένα και μόνο λόγω αλληλεπίδρασης με τους ραγιάδες τους ή, το κυριότερο, σε περιπτώσεις που οι ίδιοι ήταν εξισλαμισμένοι χριστιανοί ή απόγονοι εξισλαμισμένων. Αλλιώς θα πρέπει να υποθέσουμε ότι την…εγκατέλειψαν στην πορεία αφήνοντάς την στα χέρια των χριστιανών, αφού ελάχιστες περιπτώσεις Τουρκοκρητικών λυράρηδων γνωρίζουμε, τόσες όσες και οι περιπτώσεις Τουρκοκρητικών βιολατόρων, χορευτών και ριμαδόρων.



Οι συγγραφείς του 19ου αιώνα,

Τον 19ο αιώνα, όταν οι συγγραφείς άρχισαν να ενδιαφέρονται για το τι γίνεται στην ύπαιθρο (στα χωριά), αρχίζουν απανωτές αναφορές στη λύρα ως χαρακτηριστικό όργανο των Κρητικών (αναφορές γίνονται μόνο στους χριστιανούς του νησιού, τους μόνους θεωρούμενους ως Έλληνες), ενώ παραδόξως σχεδόν αγνοούνται τα άλλα μουσικά όργανα. Αυτό, πιθανότατα, οφείλεται στη μεγάλη διάδοση που είχε η λύρα στο νησί (κάθε χωριό και λυράρης, ίσως κάθε γειτονιά και λυράρης, όπως ξέρουμε από τα κρητικά χωριά του 19ου και του 20ού αιώνα), όπως φαίνεται στα Κρητικά του Χουρμούζη Βυζάντιου, έχοντας ήδη υποσκελίσει ακόμη και τα πνευστά (μπαντούρα, ασκομαντούρα και σφυροχάμπιολο), ενώ το βιολί ήταν περιορισμένο τοπικά, το δε λαούτο και το μαντολίνο ίσως δεν είχαν ακόμη εμφανιστεί καν στην κρητική ύπαιθρο.


Έτσι, ο Αντώνιος Αντωνιάδης στο έπος του «Κρητηΐς» (1867) περιγράφει με ιδιαίτερη ζωντάνια, αλλά και σαφείς αναγωγές στις αρχαιοελληνικές πολιτισμικές μας ρίζες, συγκέντρωση Κρητικών αγωνιστών της Ενετοκρατίας γύρω από το Σφακιανό επαναστάτη Δράκο. Αφού περιγράψει τα φαγητά και τον τρόπο που έτρωγαν, το κρασί, τον κεραστή κ.λ.π., καταλήγει:

«Είτα δε λύραι τους τόνους αυτών ανακρούουν ευθύμως·
άγει δε μέλος πυρρίχης τους πόδας προς όρχησιν, ένθα
άλλοι θεώνται και άλλοι ορχούνται =χορεύουν, ή άδουν αρχαία
άσματ’ ων μέλλουσιν αύθις πολλάς υποθέσεις να δώσουν…».

Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος (1815-1881) στα «Ιστορικά Σκηνογραφήματα», μιλώντας για τα «Πάθη της Κρήτης επί Ενετών», αναφέρει: «Οι Κρητικοί, μια ράτσα φλογερή, ολοζώντανη, που αγαπά να τραγουδά και να χορεύει, οι Κρητικοί θαυμάσιοι αυτοσχέδιοι ποιητές και παραμυθάδες, έκαναν στις μέρες των Δουκών τη λύρα ένα όπλο πιο επικίνδυνο για τον τύραννο από το τόξο…».

Και παρακάτω, περιγράφοντας την κηδεία του Λέοντα Καλλέργη: «…και στην άλλη ασπρομάλλης και αόμματος τραγουδιστής τραγουδούσε πένθιμα με τη λύρα του το μοιρολόι του Λέοντα»:

"Δέσποτα και Πρωτοπαπά, βάλε το πετραχήλι,
να ψάλομε το νεκρικό του Λεονταριού της Κρήτης"



Φυσικά δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι οι φλογεροί αυτοί μη Κρήτες συγγραφείς γνώριζαν από στοιχεία την ύπαρξη λύρας στην Κρήτη την περίοδο της Ενετοκρατίας· ίσως να υπέθεσαν την παρουσία της, επειδή τη θεωρούσαν το κατ’ εξοχήν κρητικό μουσικό όργανο. Αυτό για το οποίο μπορούμε να είμαστε βέβαιοι είναι ακριβώς ότι, την εποχή τους, η λύρα εθεωρείτο το κυριότερο μουσικό όργανο των Κρητικών, προφανώς επειδή ήταν το πιο διαδεδομένο.

Ο Χατζηδάκης όμως, πρέπει να πούμε, θεωρεί τις πληροφορίες του Ζαμπέλιου ακριβείς και, μη γνωρίζοντας προφανώς τα παραπάνω αποσπάσματα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο συγγραφέας δεν αναφέρει λύρα μιλώντας για τους Κρητικούς της Ενετοκρατίας. «Από ένα σχετικόν Ενετικόν χρονογραφικόν υπόμνημα το οποίον χρησιμοποιεί εις τους «Κρητικούς Γάμους» ο Σ. Ζαμπέλιος», γράφει ο Χατζηδάκις, «μανθάνομεν ότι διά τον μεγαλοπρεπέστερον εορτασμόν των γάμων του υιού του Γ. Καντανολέοντος (1570) προσεκλήθησαν τύμπανα και άσκαυλοι. Τούτο αποτελεί μίαν αξιόλογον μαρτυρίαν ότι δεν υπήρχε τότε η λύρα εις την Κρήτην…» (ό.π., σελ. 177). Όμως δεν είναι έτσι. Ο Χατζηδάκης δεν πρόσεξε ότι ο Ζαμπέλιος, πράγματι πολύ προσεκτικός στις πληροφορίες και τις περιγραφές για τη ζωή και τον πολιτισμό Κρητών και Ενετών, στους «Κρητικούς Γάμους», όπου περιγράφει το τραγικό τέλος του μεγάλου Κρητικού αγωνιστή κατά των Ενετών Γεωργίου Καντανολέοντος, εκτός από τους αυλούς και τις ασκομαντούρες (στα οποία αναφέρεται συχνά), αναφέρει επίσης και ότι «οι ορεινοί του Ιερολάκκου ηύλουν έπαιζαν αυλό, έψαλλον τραγουδούσαν, εκιθάριζον…» . Με το τελευταίο ρήμα δεν εννοεί ότι οι ορεσίβιοι ποιμένες έπαιζαν κιθάρα, αλλά λύρα, την οποία ονομάζει κιθάρα κατά τα συνήθη του καιρού του.


Η σύνδεση της νεοελληνικής λύρας με την πασίγνωστη στους αστούς κιθάρα είναι γενικότερη την παλιά εποχή: «Ένας ναύτης έπαιζε αδιάκοπα βιολί ή λύρα. Αυτή η λύρα έχει σχήμα κιθάρας αλλά με τρεις χορδές και με πιο κοντό μανίκι» γράφει για την υδραίικη λύρα ο Άγγλος Richard Chandler, που ταξίδεψε στο Αιγαίο τα έτη 1764-1766.

Πρβ. Βασιλείου Ψιλάκη, Ιστορία της Κρήτης: οι Δωριείς «εποιούντο μεν χρήσιν της ελληνικής κιθάρας ή όπως ελέγετο και λέγεται έτι της λύρας, αλλά και του φρυγικού αυλού…» – «Έτι και νυν επικρατεί η εγχώριος λύρα, δείγμα και τούτο συνεχείας διά μέσου των αιώνων της δωρικής του κρητικού λαού φύσεως» (ο Ψιλάκης προφανώς θεωρεί τη νεότερη κρητική λύρα απόγονο της αρχαίας ελληνικής) .

Ο Ιωάννης Κονδυλάκης (1862-1920), αν και καταγόμενος από τη Βιάννο (που, κατά τον 20ο αιώνα ανέπτυξε κυρίως «βιολίστικη» παράδοση -βλ. και τον εξαίρετο ψηφιακό δίσκο «Φεγγαροβραδιές στη Βιάννο» με τη συμμετοχή τοπικών βιολατόρων και μαντολινάρηδων), στα έργα του φαίνεται να αγνοεί το βιολί, ενώ αναφέρει μόνο τη λύρα, περιγράφοντας με έμφαση το διονυσιακό γλέντι των Βιαννιτών υπό τους ήχους της λύρας του τυφλού λυράρη Αλεξαντρή, γλέντι στο οποίο επιχείρησαν να εισχωρήσουν μερικοί θερμόαιμοι νεαροί Τουρκοκρήτες και καταδιώχθηκαν από τον Πατούχα (Ι. Κονδυλάκη, Ο Πατούχας, κεφ. Η΄). Ο ίδιος στο δραματικό διήγημά του Το δώρο του γενίτσαρου αναφέρει και γλέντι Τούρκοκρητικών με λύρα, χωρίς όμως να διευκρινίζει αν ο λυράρης ήταν Τούρκος ή, το πιθανότερο (επειδή συνόδευε τις εξαναγκασμένες χριστιανές του χωριού), εκβιασθείς χριστιανός.

Ο κάπως μεταγενέστερος Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957), Ηρακλειώτης στην καταγωγή, σε όλα τα κρητικά του μυθιστορήματα (Ο καπετάν Μιχάλης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, τμήματα της Αναφοράς στο Γκρέκο) αναφέρει επίσης μόνο τη λύρα και τους λυράρηδες, τους οποίους θεωρεί εκφραστές της αγωνίας της σκλαβωμένης Κρήτης και του ονείρου της λευτεριάς, όπως ο Βεντούζος και ο καπετάν δάσκαλος («με τη γέρικη λύρα περασμένη στον ώμο, σα φυσεκλίκι») στον Καπετάν Μιχάλη. Η λύρα αντιμετωπίζεται ως η ψυχή της Κρήτης –ελληνική και μόνο ελληνική: «Θρονιάστηκαν κι οι τρεις, πήραν το σκαμνί, γέμισαν τα τάσια· ξεκρέμασε ο δάσκαλος από τον ώμο τη βροντόλυρα, την έστησε στα γόνατά του όρθια· άπλωσε το χέρι, άρπαξε μιαν μπουκιά κρέας, να φάει, προτού βαρέσει τη λύρα, να πάρει δύναμη…» (Ο καπετάν Μιχάλης, κεφ. ΧΙΙΙ).








Ο περίφημος οργανοποιός και λυράρης Μανώλης Σταγάκης,

Γεννήθηκε το Δεκέμβρη του 1913 στην Αρκούδαινα (Αρχοντική) Ρεθύμνου. Γιος του Διονύση και της Μαρίας , είχε άλλα δέκα αδέλφια. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο και μετά ασχολήθηκε με τη γεωργία. Παράλληλα ασχολήθηκε και με τη μουσική μαθαίνοντας λύρα

Όσοι Μπλόγκερς επιθυμείτε να αναδημοσιεύσετε άρθρα από το RC-CAFE ,κάνετε το χωρίς να μας ρωτάτε.
Μονο μην ξεχνάτε να κάνετε μια αναφορά για την πηγή σας, εάν το επιθυμείτε , με ένα ενεργό link.
Link directory