Όσοι Μπλόγκερς επιθυμείτε να αναδημοσιεύσετε άρθρα από το RC-CAFE ,κάνετε το χωρίς να μας ρωτάτε.
Mοναδική παράκληση μας είναι να κάνετε μια αναφορά για την πηγή σας, εάν το επιθυμείτε, με ένα ενεργό link.

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Πάπιες στμμετέχουν σε διαγωνισμό μόδας .

Red-Duck

Η πραγματική αγάπη

Μια ιστορία που μιλά για την αληθινή, την αιώνια αγάπη. Ο Μπιλ και η Γκλάντ Φόργουορντ, οι οποίοι γιόρτασαν πρόσφατα την επέτειο των 50 χρόνων του γάμου τους, πέρασαν μια όμορφη ζωή μαζί, μια ζωή γεμάτη περιπέτεια. Η Γκλάντ δυστυχώς διαγνώστηκε το 2004 ότι πάσχει από τη νόσο Αλτσχάιμερ.
Γνωρίζονται από την εποχή που ο Μπιλ ήταν 9 ετών και η Γκλαντ 8. Ο Μπιλ ήταν τότε πολύ καλός φίλος με τον αδερφό της Γκλάντ και περνούσαν τις μέρες τους παίζοντας στην αυλή όλοι μαζί.
Η Γκλάντ από τότε έτρεφε μια ιδιαίτερη συμπάθεια για τον Μπιλ χωρίς εκείνος όμως να το καταλάβει. Το κατάλαβε όταν έκλεισε πια τα 17 του χρόνια. Της ανταπέδωσε το συναίσθημα, ήρθαν πολύ κοντά και λίγο καιρό αργότερα παντρεύτηκαν.
Αν και εργάστηκαν για μεγάλο διάστημα ως ιεραπόστολοι, ταξιδεύοντας στα πιο απίθανα μέρη του κόσμου, ποτέ δεν χώρισαν. Όπου και να πήγαιναν, ότι και να έκαναν το έκαναν πάντα μαζί.
Τα τελευταία εννέα χρόνια όμως ο Μπιλ είδε την «αδελφή ψυχή» του, σιγά-σιγά να απομακρύνεται. Η Γκλάντ διαγνώστηκε το 2004 ότι πάσχει από τη νόσο Αλτσχάιμερ.
Από τότε ο Μπιλ, κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή προσπαθεί να φροντίσει την αγαπημένη του.
«Από τη στιγμή που ξυπνάει μέχρι τη στιγμή που ξαπλώνει στο κρεβάτι για να κοιμηθεί, κάνω τα πάντα. Θα πλύνω τα δόντια της, θα τη κάνω μπάνιο, θα τη ντύσω. Τα πάντα. Είναι μεγάλη τιμή για μένα να μπορώ να φροντίσω τη γυναίκα που με αγάπησε και με φρόντισε όλα αυτά τα χρόνια» λέει ο Μπιλ.
Αλλά ο τρόπος που το κάνει, ο τρόπος που φροντίζει την άρρωστη γυναίκα του είναι που συγκινεί περισσότερο.
Όταν οι περίπατοι έγιναν πια πολύ δύσκολοι για την Γκλάντ, ο Μπιλ αποφάσισε να γίνει πιο δημιουργικός. Έτσι, μετά από εξαντλητική δουλειά, κατάφερε να κατασκευάσει τη πρώτη «καρέκλα ποδήλατο».΄Ένα εντυπωσιακό μπλε ποδήλατο παραλίας με ένα ειδικό κάθισμα στο μπροστινό μέρος για να κάθεται η Γκλάντ.
Όσοι τους έχουν δει να περνούν με το ποδήλατό τους από την προκυμαία, είναι αδύνατο να μην παρατηρήσουν το χαμόγελο στο πρόσωπο του Μπιλ. Είναι η ώρα που όπως λέει ο ίδιος βγάζει βόλτα την «πριγκίπισσα» του, περίλαμπρη, με μια τιάρα στο κράνος της.
«Έχει κάνει τόσα πολλά για μένα όλα αυτά τα χρόνια. Τώρα δεν μπορεί, μπορώ όμως εγώ. Είναι η πριγκίπισσα μου και είμαι ο πρίγκηπας της, ο Γουίλιαμ της

Ένα διήγημα του Τσέχωφ για την οικονομική εκμετάλλευση, πιο επίκαιρο από ποτέ

Στο διήγημα του Άντον Τσέχωφ «Ένας αριθμός», η δεσποινίς Ιουλία αντιπροσωπεύει το άβουλο ον που κρατάει παθητική στάση και δεν τολμάει καθόλου να διεκδικήσει τα δικαιώματά της με αποτέλεσμα να γίνεται θύμα οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης. Ένα κείμενο που παρουσιάζει με πολύ παραστατικό τρόπο τα εργασιακά δικαιώματα της εποχής εκείνης. Το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι το συγκεκριμένο διήγημα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ κι ας γράφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα...
Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.
         - Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα 'χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου... Λοιπόν...  Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια το μήνα...
         - Για σαράντα.
          - Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες...  Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ...
         - Δύο μήνες και πέντε μέρες...
         - Δύο μήνες ακριβώς... Το 'χω σημειώσει... Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές... δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο μετα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές...
         Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.
         - Τρεις γιορτές... μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα... Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα... Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες... Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό... Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν... Χμ! σαράντα ένα ρούβλια... Σωστά;
         Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.
         - Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του... Βγάζουμε δύο ρούβλια... Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει... Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του... Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια... Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να 'χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι' αυτό σε πληρώνουμε... Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια...
         - Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα. μουρμούρισε η Ιουλία.
         - Το 'χω σημειώσει!
         - Καλά...
         - Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.
         Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!
         - Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε... Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.
         - Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου! Τρία... τρία, τρία... ένα και ένα... Πάρ' τα...
         Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.
         - Ευχαριστώ, ψιθύρισε.
         Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.
         - Και γιατί με ευχαριστείς;
         - Για τα χρήματα.
         - Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;
         - Οι άλλοι δε μου 'διναν τίποτα!...
         - Δε σου 'διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ' αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;
         Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.
Ά. Τσέχωφ (1860-1904), Διηγήματα, Ένας αριθμός, μτφρ. Κ. Σιμόπουλος, Θεμέλιο
http://www.piperies.gr/
Όσοι Μπλόγκερς επιθυμείτε να αναδημοσιεύσετε άρθρα από το RC-CAFE ,κάνετε το χωρίς να μας ρωτάτε.
Μονο μην ξεχνάτε να κάνετε μια αναφορά για την πηγή σας, εάν το επιθυμείτε , με ένα ενεργό link.
Link directory