Όσοι Μπλόγκερς επιθυμείτε να αναδημοσιεύσετε άρθρα από το RC-CAFE ,κάνετε το χωρίς να μας ρωτάτε.
Mοναδική παράκληση μας είναι να κάνετε μια αναφορά για την πηγή σας, εάν το επιθυμείτε, με ένα ενεργό link.

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Best Business Cards

business_cards

Το μάθημα της αποτυχίας

hard math
«Τα μαθηματικά κάνουν συχνά τους ανθρώπους να αισθάνονται βλάκες. Και είναι αρκετά οδυνηρό να αισθάνεσαι βλάκας», έγραψε πρόσφατα στο περιοδικό Slate, o συγγραφέας και μαθηματικός Ben Orlin. Καθηγητής μέσης εκπαίδευσης στο Oakland o ίδιος, διατηρεί, επίσης, ένα διάσημο blog που είναι αφιερωμένο στη διδασκαλία των μαθηματικών. Στο άρθρο του περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στο σχολείο, τη συμπεριφορά των αδύναμων μαθητών του και με εξομολογητική διάθεση διαπιστώνει : «Η δική μου αγχωτική και αμυντική αναβλητικότητα με έκανε καλύτερο δάσκαλο».
Πριν διαβάσουμε για ποιο λόγο θεωρεί την αναβλητικότητά του προτέρημα, ας δούμε μερικές παρατηρήσεις του από τη διδασκαλία των μαθηματικών οι οποίες αφορούν, κυρίως, τους αδύναμους μαθητές : «απουσιάζουν συχνά από το μάθημα, χρονοτριβούν, δεν κάνουν ερωτήσεις, δεν κρατούν σημειώσεις. Προσπαθούν να αποτύχουν ; » αναρωτιέται. Αν και έχει μια εξήγηση για αυτήν τη συμπεριφορά : «η πιο ισχυρή αιτία που εξηγεί αυτήν την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά είναι, στην ουσία, η αποστροφή του ανθρώπου προς τον πόνο. Τα μαθηματικά κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνονται ηλίθιοι και αυτό το αίσθημα προκαλεί πόνο. Είναι δύσκολο να το συνειδητοποιήσει κάποιος αν δεν το έχει βιώσει από πρώτο χέρι. Ευτυχώς, εγώ το ένιωσα, αν και όταν βρισκόμουν σε αυτήν την κατάσταση δεν αισθανόμουν τόσο τυχερός», λέει.
Στη συνέχεια αναφέρεται στη δική του συνάντηση με την αποτυχία. Όλα ξεκίνησαν όταν θέλησε, πρόσφατα, ως καθηγητής μαθηματικών να παρακολουθήσει ένα σεμινάριο στην Τοπολογία.
«Η αποτυχία μου ξεκίνησε σταδιακά, αθόρυβα όπως ξεκινά σε όλους. Αντέγραφα επιμελώς τις σημειώσεις των συναδέλφων μου, αλλά αισθανόμουν ότι αρκετά από όσα αντίκριζα μπροστά μου ήταν ασαφή και δεν τα κατανοούσα. Ήξερα ότι, μέρα με την ημέρα, τα κενά που είχα στο μάθημα αυξάνονταν αλλά δεν μπορούσα να τα εντοπίσω. Περίμενα υπομονετικά τη στιγμή που ένα ταρακούνημα θα έβαζε όλα τα χαμένα κομμάτια του παζλ στη θέση τους. Στην πραγματικότητα δεν ζήτησα βοήθεια από κανέναν (ήμουν τρομοκρατημένος από τη ρετσινιά του «ηλίθιου»). Έτσι κύλησε ο χρόνος με μικρές εκλάμψεις κατανόησης, μέχρι να συνειδητοποιήσω την αποτυχία μου».
Το βίωμα της αποτυχίας τον βοήθησε, πάντως, να κατανοήσει πώς ακριβώς αισθάνονται σήμερα οι αδύναμοι μαθητές του, αφού κάθε στοιχείο και σύμπτωμα της συμπεριφοράς τους λειτουργεί σαν καθρέφτης του παλιού του εαυτού. Σε αυτούς αναγνωρίζει, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, το φόβο να κάνουν ερωτήσεις, την αδυναμία τους να κατανοήσουν το μάθημα, τη δυσκολία τους να ζητήσουν τη βοήθεια του δασκάλου, τη διάθεση να δικαιολογούν τον εαυτό τους και να ρίχνουν το φταίξιμο στους άλλους, τον πανικό στην αναμονή της αξιολόγησής τους από το δάσκαλο και πολλά άλλα.
«Όταν έρχεται η στιγμή να αντιμετωπίσουμε τις ελλείψεις μας και να εκτεθούμε στους δασκάλους και τους συμμαθητές μας, ο πανικός μας αναγκάζει να οχυρωθούμε πίσω από μια αμυντική συμπεριφορά», λέει ο Ben Orlin. Και καταλήγει : «Η αποτυχία στα μαθηματικά θα έπρεπε να είναι όπως κάθε άλλη αποτυχία : δυσάρεστη αλλά και διδακτική. Τελικά είμαι ευγνώμων για τη δική μου αποτυχία. Ακριβώς, όπως οι ψυχαναλυτές δεν εξασκούν το επάγγελμά τους αν δεν ψυχαναλυθούν οι ίδιοι, έτσι και οι μαθηματικοί δεν θα έπρεπε να μπαίνουν στην τάξη αν δεν έχουν νιώσει, έστω μια φορά, το αίσθημα της αποτυχίας και του «βλάκα» που δεν καταλαβαίνει τα μαθηματικά».
Πηγή : περιοδικό Slate

Θα σας διηγηθώ ένα παραμύθι…παραμύθι αληθινό…


Μια φορά και έναν καιρό και ακόμα περισσότερο, υπήρχε μια όμορφη και μεγάλη πόλη χτισμένη στα ανατολικά της Ονειροχώρας. Εκεί ζούσε ένας παιχνιδοποιός που έφτιαχνε τις ωραιότερες κούκλες του κόσμου. Όλες ήταν αψεγάδιαστες. Φτιαγμένες με τα καλύτερα υλικά. Ντυμένες με τα ακριβότερα υφάσματα. Συνοδευόμενες από τα πιο φανταχτερά ονόματα. Όλοι οι άρχοντες και οι ευγενείς της χώρας ερχόντουσαν στον παιχνιδοποιό και έδιναν χρήματα πολλά για να αποκτήσουν τις τόσο υπέροχες και τέλειες κούκλες που έφτιαχνε. Μια μέρα, καθώς ο παιχνιδοποιός κρατούσε στα χέρια του το τελευταίο του δημιούργημα και του έδινε πνοή, ακούστηκε ένας δυνατός κρότος έξω από την πόρτα του.
Τρόμαξε. Το χέρι του κουνήθηκε. Και.. Τι τρομερό! Μια σταγόνα χρώματος ξέφυγε από το πινέλο δημιουργώντας ένα μικρό σημαδάκι ακριβώς κάτω από το μάτι της όμορφης κούκλας του. Προσπάθησε να το διορθώσει αλλά ήταν πια αργά. Το σημάδι φαινόταν σαν δάκρυ στο πρόσωπο της. Ποιος θα ήθελε μια κούκλα που δακρύζει? Οι άνθρωποι θέλουν να βλέπουν χαμογελαστά πρόσωπα. Χαρούμενα. Να καλύπτουν την δικιά τους μελαγχολεία. Η κούκλα δεν μπορούσε να πουληθεί έτσι. Ήταν παντελώς άχρηστη. Της έδωσε το όνομα Αδιαφορία και την παράτησε με έναν μορφασμό στο περβάζι του παραθύρου του. Ο χρόνος περνούσε. Ο παιχνιδοποιός συνέχισε να φτιάχνει και να πουλάει όμορφες και χαμογελάστες κούκλες.
Η Αδιαφορία σιωπήλη στεκόταν πάντα στο περβάζι του παραθύρου. Ποτέ δεν της έδινε σημασία. Ήταν η απόδειξη ότι είχε κάνει λάθος. Και δεν του άρεσε αυτό. Σε ποιον αρέσει άλλωστε να παραδέχεται τα λάθη του και να τα κοιτάει κατάματα? Ένα πρωινό, ο παιχνιδοποιός πετάχτηκε στο διπλανό μαγαζί να αγοράσει λίγο κόκκινο χρώμμα που του τελείωσε, αφήνοντας στο μαγαζί μόνο του τον Σταχτύ, τον γάτο του. Ο Σταχτύς άλλο που δεν ήθελε να σεργιανίζει χωρίς ενόχληση στο πολύχρωμο εργαστήρι του αφεντικού του. Μ’; ένα πήδο φτάνει στο ανοιχτό παράθυρο και πλησιάζει την Αδιαφορία. Ποτέ δεν την συμπάθησε αυτή την κούκλα. Είχε κάτι. Κάτι που τον ενοχλούσε. Χώνοντας τα μουστάκια του στα μαλλιά της και με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού του, ρίχνει την Αδιαφορία στο χώμα.

Μακριά από τα δικά του εδάφη. Εκείνη την ώρα, έτυχε να περνάει με το καφασάκι του ο κ.Αντρέας. Ένας άντρας φτωχός, που έφτιαχνε τα παπούτσια των περαστικών. Η γυναίκα του είχε φύγει στην γέννα και αυτός έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να μην λείψει η φροντίδα και η τροφή στην κορούλα του. Καθώς λοιπόν έψαχνε τόπο να αράξει τα εργαλεία του, βλέπει κάτι να γυαλίζει μέσα από μια λακούβα λάσπη. Βάζει τα χέρια του μέσα, το σηκώνει και το σκουπίζει προσεκτικά. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ήταν μια κούκλα. Ποτέ δεν μπόρεσε να πάρει κάποιο παιχνίδι στην κόρη του. Και τώρα; Κρατάει στα χέρια του το πιο όμορφο που είχε δει ποτέ του. Την καλύπτει με το παλτό του και τρέχει χαρούμενος σπίτι. Σήμερα θα είχαν γιορτή. Ο παιχνιδοποιός επέστρεψε στο εργαστήρι του και συνέχισε να φτιάχνει τις παραγγελίες του. Ξαφνικά κρύωσε. Σαν ένας παγωμένος αέρας να έχει καταλάβει όλο τον χώρο.
Έριξε μερικά ακόμα ξύλα στην φωτιά και κάθισε στην μεγάλη πολυθρόνα του. Και όμως. Δεν μπορούσε να ζεσταθεί. Αισθανόταν την απώλεια να του καίει τα ρουθούνια και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. Πήγαινε πάνω -κάτω στο δωμάτιο προσπαθώντας να βρει την λύση. Μέρες ολόκληρες. Δεν είχε διάθεση να φτιάξει άλλες κούκλες. Ούτε να ακούει τα φιλοφρονήματα των ευγενών. Ήθελε μόνο να διώξει αυτό το περίεργο και πρωτόγνωρο συναίσθημα από μέσα του.
Ώσπου. Το κατάλαβε. Γύρισε αργά προς το μέρος του παραθύρου και έμεινε ακούνητος. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του. Την είχε χάσει. Για πάντα Ο κ.Αντρέας μπαίνει φουριόζος μέσα στο σπίτι και σηκώνει ψηλά το ξανθό κοριτσάκι του που έπαιζε με ένα κουτάλι και μια μικρή κατσαρολίτσα. Την αφήνει κάτω. Κάνει μια βαθία υπόκλιση βγάζοντας το φθαρμένο του καπέλο. Και της παρουσιάζει με μια θεατρινίστικη φιγούρα το απόκτημα του. Η μικρή νόμιζε ότι έβλεπε όνειρο. Δάκρυα χαράς άρχισαν να τρέχουν στο πρόσωπο της. Αγκάλιασε με δέος την όμορφη κούκλα της. Και την ονόμασε αγαπη..αγαπη αληθινη..
Όσοι Μπλόγκερς επιθυμείτε να αναδημοσιεύσετε άρθρα από το RC-CAFE ,κάνετε το χωρίς να μας ρωτάτε.
Μονο μην ξεχνάτε να κάνετε μια αναφορά για την πηγή σας, εάν το επιθυμείτε , με ένα ενεργό link.
Link directory